Ιστορικό Υπόμνημα/Ηistorical Memorandum
Ἱστορικό Ὑπόμνημα
1835 κατὰ Μάρτιον1
Κατηχηθεὶς περὶ τὰ 1818, περιέμενον ὥρᾳ τῇ ὥρᾳ ἀνυπομόνως τὴν ἔκρηξιν τοῦ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερώσεώς μας πολέμου. Καὶ μετὰ ἕνα χρόνον κατηχήθησαν καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ὅλης τῆς Πελοποννήσου, δεχθέντες καὶ αὐτοὶ τοῦτο μετὰ πάσης χαρᾶς. Καὶ μετὰ παρέλευσιν πάλιν χρόνου τινὸς συσκεφθέντες οἱ ἄρχοντες ἔστειλαν τὸν κ. Ἰωάννην Παπαρηγόπουλον εἰς Ὀδησσὸν μ᾿ ἔξοδά των ἴδια, διὰ νὰ ἀνερευνήσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς Ἑταιρείας, ὁ ὁποῖος ἐπιστρέψας μᾶς εἶπεν, ὅτι θέλει σταλεῖ ἐπὶ τούτου ἄνθρωπος ἐξ Ὀδησσοῦ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ πότε νὰ κινήσωμεν τὸν πόλεμον.
Εἰς τὰ 1820, Δεκεμβρίου 21, ἑυρισκόμενος εἰς Τριπολιτσὰν μαζὺ μὲ τοὺς ἄρχοντας τῶν Καλαβρύτων κ.κ. Ἀνδρέαν Ζαήμην, Σωτ. Χαραλάμπην καὶ Σωτήριον Θεοχαρόπουλον ἐμάθομεν τὴν εἰς Ὕδραν καὶ Πέτσας ἔλευσιν τοῦ κυρίου Γρηγορίου Φλέσια, καὶ ἀνεχώρησα παρεθὺς ἀπὸ Τριπολιτσὰν καὶ ἦλθον εἰς τὴν πατρίδα μου, διὰ νὰ κάμω τὰς ἀναγκαίας ἑτοιμασίας τῶν πολεμοφοδίων.
Εἰς δὲ τὰ 1821, Ἰανουαρίου 5, ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου ὁ κ. Φλέσιας μετὰ τοῦ κ. Χαραλάμπους Μάλη, καὶ ἔμειναν μίαν μόνην νύκτα, καὶ τὴν αὔριον ἐξεκίνησαν διὰ Καλάβρυτα, καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ διὰ Πάτρας, καὶ ἀπὸ Πάτρας πάλιν ἐπέστρεψαν εἰς Βοστίτσαν, ὅπου συναχθέντες οἱ ἄρχοντες καὶ ἀρχιερεῖς τῶν εἰρημένων τριῶν Ἐπαρχιῶν ἀπεφάσισαν νὰ συνυπακουσθοῦν ταὐτοχρόνως ὅλοι οἱ Πελοποννήσιοι, καὶ τότε νὰ κινήσουν τὸν πόλεμον, ὅτε ἤθελον εὐκολυνθῇ. Ἀλλὰ τί συνέβη εἰς τὸ μεταξὺ τοῦτο διάστημα; Ἐπῆλθεν ἡ φήμη εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν εἰς Πελοπόννησον Ὀθωμανῶν, οἵτινες προσεκάλεσαν τοὺς ἄρχοντας καὶ ἀρχιερεῖς μὲ σφοδρὰς διαταγὰς νὰ παρευρεθοῦν εἰς Τριπολιτσάν, τὸ ὁποῖον καὶ ἠκολούθησαν ἅπαντες, ἐκτὸς τῶν Καλαβρυτινῶν καὶ Βοστιτσιάνων, τοὺς ὁποίους καὶ ἐκ δευτέρου προσεκάλεσαν. Οἵτινες ἐξεκίνησαν, μαζὺ μὲ τοὺς ὁποίους ἤμην καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἡμέτερος ἀρχιερεύς, ὁ Π. Πατρῶν κ. Γερμανός ἐπὶ λόγῳ τοῦ νὰ ὑπάγωσιν εἰς Τριπολιτσάν, ἔχοντες μεθ᾿ ἑαυτῶν ἕνα τάταρην, καὶ ἕνα δερβίσην ἔφθασαν εἰς τὰ Καστριά, χωρίον τῶν Καλαβρύτων, ὅπου εἶχον προδιαθεμένον ἕνα χωρικόν, ὅστις τοὺς ἔφερεν ἕνα γράμμα πλαστόν, σταλὲν τάχα ἀπὸ φίλον των Τοῦρκον, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ἂν θέλουν νὰ ἔχωσι τὴν ζωήν των νὰ μὴν ὑπάγουν εἰς Τριπολιτσάν. Καὶ οὕτως ἐπέστρεψαν εἰς τὸ Μοναστήριον τῆς Ἁγίας Λαύρας, ὅπου ἔλαβον γράμματα ἀπὸ τοὺς κ. Δελιγιανναίους, λέγοντα: «Μὴ κινηθῆτε, ἀδελφοί, μή ! Ἐπειδὴ οἱ ἀδελφοί μας εἶναι εἰς Τριπολιτσὰ καὶ χάνονται». Ταῦτα ἀκούσας ἐγὼ καὶ ὑποπτευόμενος μὴ δειλιάσωσι καὶ μείνωμεν πάλιν εἰς τὸν αὐτὸν ζυγόν, ἀνεχώρησα παρευθὺς ἀπὸ τὸ Μοναστήριον μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ δώσω αἰτίαν καὶ ἀρχὴν τῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ κατὰ καλὴν τύχην τὰς 9 Μαρτίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὅτε ἔφθασα εἰς τὸ χωρίον μου, διέβαινον τρεῖς Τοῦρκοι Τριπολιτσιῶται, ἀπὸ τοὺς λεγομένους καμπαταΐδας, ἀπεσταλμένοι μὲ γράμματα ἀπὸ τὸν καϊμακάμην τῆς Τριπολιτσᾶς πρὸς τὸν Χουρσὶτ πασᾶν, τοὺς ὁποίους περῶντας τὸν δρόμον τοῦ Ἀγριδίου εἰς τὰς Πόρτας, χωρίου τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἐσκώτωσα, ἔχων μαζύ μου καὶ ἓξ στρατιώτας· καὶ πρῶτος ἐγὼ ἔβαψα τὰς χεῖράς μου εἰς τὸ αἷμα τῶν τυράννων κατὰ τὴν Πελοπόννησον. Καὶ τὴν ἐπαύριον, εἰς τὰς 10, διέβαινον ἄλλοι ἑπτὰ Τοῦρκοι, Τριπολιτσιῶται καὶ αὐτοὶ ἀπὸ Ἀρφαρά, καὶ ἔστειλα τινὰς στρατιώτας καὶ τοὺς ἐφόνευσαν, καὶ τὴν ἰδίαν πάλιν ἡμέρα ἔφθασαν εἰς Βερσοβὰν ἑξήκοντα Τοῦρκοι ὁδηγούμενοι ἀπὸ δύω μπουλουμπασίδας, τοὺς ὁποίους συναχθέντες οἱ κάτοικοι τῶν πέριξ χωρίων καὶ συσσωματωθέντες μὲ μερικοὺς ἐδικούς μου στρατιώτας ἐφόνευσαν ἅπαντας. Καὶ μετὰ ταῦτα ἔγραψα πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ τμήματος Κατσάναις τὰ διατρέξαντα, παρακινῶν καὶ αὐτοὺς νὰ κινηθῶσι. Ταῦτα λοιπὸν μαθὼν ὁ Βοεβόδας τῶν Καλαβρύτων Ἰμπραὴμ Ἀρναούτογλους ἀνεχώρησε μὲ τοὺς ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του εἰς Τριπολιτσὰν διὰ ν᾿ ἀποφύγῃ τὸν κίνδυνον, καὶ ἐπειδὴ ἐμποδίσθη ἀπὸ τοὺς Κατσανιώτας ἐπέστρεψε εἰς Καλάβρυτα, ὅπου συνεκλείσθη μὲ τοὺς ἄλλους Τούρκους εἰς τρεῖς ὀχυροὺς πύργους, οἵτινες ἦσαν ἕως τῶν τετρακοσίων ἐντόπιοι καὶ ξένοι, τοὺς ὁποίους συσωματωθέντες οἱ ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Καλαβρύτων κ.κ. Σ. Χαραλάμπης, Σ. Θεοχαρόπουλος, Ἰωάννης Παπαδόπουλος, Ἀσημάκης Φωτίλας, Βασίλειος Πετιμεζᾶς, Νικόλαος Πετμεζᾶς καὶ ὁ ὑποφαινόμενος ἐβιάσαμεν διὰ τῶν ὅπλων νὰ παραδοθοῦν πολεμοῦντες πέντε ἡμερονύκτια, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπληγώθην εἰς τὸν ἀριστερὸν κάλαμον τοῦ ποδός μου, καθὼς καὶ ἄλλοι δύω μου στρατιῶται. Ἐφονεύθησαν δὲ καὶ δύω, ὁ εἷς ἀπὸ τοὺς ἐδικούς μου, καὶ ὁ ἕτερος τοῦ Βασιλείου Πετμεζᾶ. Οἱ πολεμοῦντες Ἕλληνες ἦσαν ἕως ἑξακόσιοι καὶ ἐπέκεινα.
Καὶ μετὰ ταύτην τὴν μάχην, τὰς 13 Ἀπριλλίου, τὸ αὐτὸ ἔτος, διευθυνόμενος εἰς τὸ νὰ πολιορκήσωμεν τὴν Τριπολιτσάν, ἐγὼ καὶ οἱ κ.κ. Σωτ. Χαραλάμπης καὶ Σωτ. Θεοχαρόπουλος ἐφθάσαμεν εἰς Λεβίδι, ὅπου εὕρομεν τοὺς κ.κ. Κωνσταντῖνον καὶ Β. Πετμεζαίους καὶ μερικοὺς Τριπολιτσιώτας.
Καὶ τὸ πρωΐ, εἰς τὰς 14 τοῦ αὐτοῦ μηνός, μᾶς ἐπληροφόρησαν ὅτι ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι κατεπάνω μας ἀπὸ δύω μέρη. Οἵτινες ἦσαν περίπου τετρακισχίλιοι, τοὺς ὁποίους ἰδόντες, οἱ μὲν ἄλλοι ἀνεχώρησαν φοβηθέντες τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν. Ἐγὼ δὲ καὶ οἱ ὑπὸ τὰς ὁδηγίας μου σύντροφοι, δηλ. ὁ ἀδελφός μου Δημήτριος, Ἀναγνώστης Στριφτόμπολας, Ἰωάννης Πετμεζᾶς καὶ Γεώργιος Κουλουχαίρας, μείναντες μὲ μόνους 48 στρατιώτας κατελάβομεν ἑπτὰ ὀσπήτια καὶ ἐπολεμήσαμεν ἀπὸ τὴν πρώτην τῆς ἡμέρας ἕως τὴν ἐνδεκάτην καὶ ἐφονεύσαμεν ὑπὲρ τοὺς τριακοσίους, ἐκτὸς τῶν πληγωθέντων. Εἰς αὐτὴν τὴν μάχην ἐνικήθησαν κατὰ πρῶτον οἱ ἐκ Τριπολιτσᾶς ἐχθροί. Ἀπὸ δὲ τοὺς συντρόφους μου ἐφονεύθη ὁ ἀείμνηστος συντοπίτης μου Ἀναγνώστης Στριφτόμπολας ἐκ Μεσορουγίου, ὁ Σωτήριος Ζαφειρόπουλος ἀπὸ Σόλον καὶ ἄλλοι δύω. Ἐπληγώθη δὲ καὶ ὁ Ἰωάννης Πετμεζόπουλος καὶ ἄλλοι τρεῖς.
Εἰς δὲ τὰς 17, πάλιν τοῦ αὐτοῦ μηνὸς Ἀπριλλίου, ἐλάβομεν εἴδησιν ὅτι ὁ Κιαχαγιάμπεης ἔφθασε εἰς Πάτρας, καὶ φοβηθέντες μήπως εἰσβάλῃ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μας ὀπισθοδρομήσαμεν, καὶ τὰς 21 τὸν ἐκτυπήσαμεν εἰς τὰ Μαῦρα Λιθάρια, μὲ ὄχι ὀλιγην του ζημίαν. Καὶ παραλείπων τὰς ἐκτὸς τῆς ἐπαρχίας μου ἄλλας σημαντικὰς μάχας, δηλονότι τῶν Δερβενίων, Κορίνθου, Χραίπας, Δαβιᾶς, Κουνουπιᾶς κ.λ. εἰς τὰς ὁποίας προσωπικῶς παρευρέθην, τὰς ὁποίας θέλω σᾶς ἐξιστορήσῃ ὁπόταν μὲ διατάξητε, ἄρχομαι μόνον νὰ σᾶς ἐξηγηθῶ ἐν συνόψει τὴν φρικτὴν μάχην τῆς Ἀκράτας.
Εἰδοποιηθεὶς ἀπὸ τὴν ἐν Τριπολιτσᾷ τότε Γερουσίαν, ὅτι οἱ εἰς Κόρινθον Τοῦρκοι Ἀχμὲτ πασᾶς, Δράμαλης καὶ λοιποὶ θέλουν ἀφήσει τοὺς ἀδυνάτους εἰς τὸ φρούριον τῆς Κορίνθου καὶ αὐτοὶ θέλουν ὑπάγει διὰ τῆς Ἀκράτας εἰς Πάτρας, ἐκατέβην εἰς Ἀκράταν μὲ τοὺς ὑπὸ τὰς ὁδηγίας μου στρατιώτας, ὅτε ἀκολούθως ἦλθον καὶ οἱ κ.κ. Ἀσημάκης Ζαήμης, Σωτ. Χαραλάμπης, Σωτ. Θεοχαρόπουλος καὶ μετὰ δύω ἡμέρας, εἰς τὰς 8 τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1823 ἔτους, ἔφθασαν οἱ Τοῦρκοι πρὸς τὸ δεῖλι εἰς τὸν κάμπον Ἀκράτας, καὶ θέλοντες νὰ περάσουν διὰ Βοστίτσαν ἐμποδίσθησαν. Καὶ φοβηθέντες ἐπέστρεψαν καὶ διενυκτέρευσαν εἰς τὸ πλησίον πεδίον τῆς Ἀκράτας. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ταύτης τῆς νυκτὸς κατέφθασεν τὸ μέγα καὶ δυνατὸν στράτευμα τοῦ ἐχθροῦ, καὶ στοχασθεὶς μίαν ἄλλην θέσιν ἐπικίνδυνον εἰς τὸ πλάγιον μέρος, καὶ ὑποπτευόμενος μήπως οἱ ἐχθροὶ περάσαντες ἐκεῖθεν μοῦ πάρουν τὰς πλάτας, διέταξα μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς μου, δηλ. τὸν Ἀγγελὴν Δελοῦκαν, Δημήτριον Μπαναβᾶν, παπᾶ Γεώργιον καὶ Γιάννον Κερπεσιώτην μέ τινας στρατιώτας, νὰ καταλάβουν διὰ νυκτὸς τὴν εἰρημένην θέσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο οἱ ἐχθροὶ νὰ διέλθωσιν. Οἱ δ᾿ ἄλλοι ὁπλαρχηγοὶ κατέλαβον τὰς ὑψηλοτέρας θέσεις· καὶ τὸ πρωῒ οἱ Τοῦρκοι, ὄντες τὸν ἀριθ. 5.000, ὥρμησαν ὅλοι ὁμοῦ ἀποφασιστικῶς νὰ περάσωσιν ἐκεῖθεν διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς Πάτρας, ἀλλ᾿ ἀπεκρούσθησαν παρ᾿ ἐμοῦ, φονευθέντες ὑπὲρ τοὺς 200, ὅστις μόνος ἐγκατελείφθην μαζὺ μὲ τοὺς ἀδελφούς μου Δημήτριος καὶ Σωτήριον καὶ μ᾿ ἄλλους 55 ἀπὸ τοὺς στρατιώτας μου, διότι οἱ ἄλλοι βλέποντες τὸν μέγα ἐκεῖνον κίνδυνον ἀνεχώρησαν εἰς τὰ ὑψηλότερα μέρη, ὅπου ἦσαν καὶ τἄλλα στρατεύματα τῶν εἱρημένων ὁπλαρχηγῶν. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διαβοῦν ἐκεῖθεν, ἐπέστρεψαν νὰ περάσουν ἀπὸ τὴν κατεχομένην ἀπὸ τοὺς εἰρημένους στρατιώτας μου θέσιν· καὶ ἁπαντήσαντες κ᾿ ἐκεῖ τὰ ἴδια, δὲν ἐτόλμησαν πλέον ἄλλην φορὰν νὰ ὁρμήσωσιν καθ᾿ ἡμῶν, διότι τότε ἐμψυχωθέντες καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ἦτταν τῶν ἐχθρῶν, ἔτρεξαν σωρηδὸν καὶ ἀπεκλείσαμεν αὐτοὺς τόσον, ὥστε ἀφοῦ πρῶτον κατέφαγον τ᾿ ἄλογα, ἡμιόνους καὶ λοιπὰ των ζῶα, κατήντησαν νὰ τρώγωσι καὶ ὁ εἷς τὸν ἄλλον. Ἔπειτα ἀπὸ δύω μῆνας ἐλθόντα δύω Ὀθωμανικὰ πλοῖα, παρέλαβον ἕως τριακοσίους, οἱ δὲν μείναντες ὠχυρώθησαν διά τινος χαρακώματος, τοὺς ὁποίους ἰδὼν οὕτω προδιατεθειμένους ὥρμησα μὲ τοὺς ὑπὸ τὰς ὁδηγίας μου κατ᾿ ἀυτῶν, καὶ νικήσας αὐτοὺς ἐξολοκλήρου ἐπληγώθην ἐπικινδύνως ἀπὸ βόλι εἰς τὸν δεξιὸν μηρόν μου.
1Οι τέσσερεις χειρόγραφες σελίδες του ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΟΣ (απομνημονευμάτων) του Νικολάου Σολιώτη περιήλθαν στο αρχείο του ιστοριοδίφη, συμβολαιογράφου και δήμαρχου Αιγίου Γεωργίου Παναγόπουλου (1910-1988), έπειτα από δωρεά της Μαίρης Δουκάκη, συζύγου του δικηγόρου και βουλευτή Αιγιαλείας (1924-1928) Ιωάννου Νικήτα Σολιώτη (απεβ. το 1949), εγγονού του οπλαρχηγού. Λίγο αργότερα ο πλοίαρχος Ιωάννης Χ. Σολιώτης (1889-1973) ζητούσε από τον Γεώργιο Παναγόπουλο με επιστολή του ή να επιστραφούν στην οικογένεια διότι «ἀποτελοῦν… ἀνεκτίμητα οἰκογενειακὰ κειμήλια» ή διαφορετικά, αν τα θεωρεί «ὡς… ἐθνικὰ κειμήλια ἱστορικῆς σημασίας» που δεν θέλει να τα αποχωριστεί, να του τα δανείσει, προκειμένου να τα βγάλει φωτοτυπίες. Τα χειρόγραφα αυτά φυλάσσονται σήμερα στο Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Αιγίου, παράρτημα των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.) και αποτελούν μέρος του αρχείου Γ. Παναγόπουλου.
Historical Memorandum—(March 1835)1
1These four handwritten pages of the “Historical Memorandum” (memoirs) of Nikolaos Soliotis are part of the archive of George Panagopoulos (1910-1988), the historical researcher, notary and mayor of Aigion, bequeathed to him by Mary Doukakis, wife of Ioannis Nikitas Soliotis, a lawyer and member of parliament from Aigion (1924-1928) who died in 1949 and was the grandson of the chieftain. A short time thereafter, captain Ioannis Ch. Soliotis (1889-1973) requested from George Panagopoulos in a letter that the document be returned to the family as “it constitutes … an invaluable family heirloom” and is a “national heirloom of historical importance” that he did not wish to part with, and that he lend them in order for copies to be made. The manuscript is currently housed at the Historical Archive of Aigion, a branch of the General Archives of the State.
Translated by Christopher Jotischky