~ Νικόλαος Χριστοδούλου Σολιώτης ~
Peter Jeffreys
Καθηγητής Λογοτεχνίας
Suffolk University, Boston Massachusetts

1: Οι οικογενειακές ρίζες στον Σόλο
Η ζωή του Νικολάου Χριστοδούλου Σολιώτη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον Σόλο, το χωριό όπου διέμενε η οικογένειά του και στο οποίο ο ίδιος είχε την ιδιότητα του προεστού. Από τις πρώτες και ίσως από τις πιο ενδιαφέρουσες περιγραφές του χωριού είναι αυτή που έγινε από τον Βρετανό περιηγητή Ουίλιαμ – Μάρτιν Ληκ, ο οποίος πέρασε από την περιοχή μεταξύ των ετών 1805 και 1806, ενώ συνέγραφε το τρίτομο ταξιδιωτικό του έργο «Ταξίδια στον Μοριά» που δημοσίευσε το 18301. Προσφέρει μερικές πολύ διαφωτιστικές πληροφορίες αναφορικά με το χωριό και την οικογένεια Χριστοδούλου ή Σολιώτη:
Οι κάτοικοι του Σόλου, του Μεσορρουγίου και της Περιστέρας είναι όλοι χτίστες και από τον Νοέμβριο ώς το Πάσχα λείπουν για τις εργασίες τους στις μεγάλες πόλεις του Μοριά ή της Ρούμελης…. Ωστόσο με δέχτηκαν πολιτισμένα και με φιλοξένησαν στο σπίτι του προεστού Χριστόδουλου. Εκεί με υποδέχτηκε η γυναίκα του, αφού ο ίδιος έλειπε για δουλειές στα Καλάβρυτα, όπου υπάγεται το βιλαέτι των Κλουκινών2.
Ο προεστός ήταν ο πατέρας του Νικολάου, Χριστόδουλος³, και η σύζυγός του (που μάλλον λεγόταν Ελένη) αυτή που φιλοξένησε τον περιηγητή. Ο Ληκ συνεχίζει δίνοντας μια περιεκτικότατη περιγραφή της τοπογραφίας και της πλούσιας βλάστησης που περιβάλλει το χωριό:
Πάνω και γύρω από τον Σόλο υπάρχει ένα δάσος με καστανιές… τα βουνά παρουσιάζουν μιαν υπέροχη, αλλά θλιβερή σκηνή. Οι άγονες πλευρές τους είναι αυλακωμένες από αμέτρητους χειμάρρους, που σχηματίζουν το ορμητικό λασπώδες ρέμα, το βρυχώμενο πάνω από τους βράχους, κάτω από τον Σόλο⁴ .
Δεν παραλείπει να μιλήσει και για τα γειτονικά Ύδατα της Στυγός, που από την αρχαιότητα είναι συνδεδεμένα με μύθους και δοξασίες και γνωστά για τις θανατηφόρες τους ιδιότητες⁵. Κατόπιν καταγράφει την παρακάτω αξιοσημείωτη λεπτομέρεια:
Δεν πάει πολύς καιρός που βρέθηκε στην κοίτη του ποταμού σ’ εκείνο το χωριό μια μικρή λευκή μαρμάρινη φιγούρα, χωρίς τα πόδια, που μαζί με αυτά θα ήταν πάνω-κάτω τέσσερεις ή πέντε ίντσες. Τώρα είναι στην κατοχή του γιου του Χριστόδουλου, αλλά δεν κατάφερα να τον κάνω να την αποχωριστεί. Το κεφάλι είναι τέλειο, τα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω και στην κορυφή υπάρχει κάτι που μοιάζει με το καλάθι της ελευσίνιας Δήμητρας στο Κέμπριτζ, ολόκληρο με πιο τραχύ και άγριο ύφος και σίγουρα πολύ αρχαίο. Πιθανότατα να ήρθε με τις βροχές από τη θέση «Νωνάκριδα», εκτός και αν η θέση αυτή ήταν κοντά στον Σόλο ή ψηλότερα στην κοιλάδα.⁶
Δεν είναι σαφές ποιος από τους γιους του Χριστόδουλου κατείχε το εν λόγω αρχαίο τεχνούργημα ή πού κατέλεξε τελικά. Η περίπτωση της κατοχής του μικρού αυτού αγάλματος από την οικογένεια Σολιώτη είναι άξια προβληματισμού, διότι φανερώνει τη δεινή πολιτιστική θέση στην οποία είχαν περιέλθει οι κάτοικοι του Σόλου, όταν το 1806 ζούσαν αναπολώντας τις δόξες του παρελθόντος, αλλά όπως το άγαλμα, ήταν στην πραγματικότητα κολοβωμένοι και ανάπηροι, αποκομμένοι από την κληρονομιά τους και ανίκανοι να την διεκδικήσουν, λόγω της πολιτιστικής παράλυσης που υπέστησαν, κάτω από το βάρος της τουρκικής καταπίεσης. Για να ανατραπεί αυτή η κατάσταση χρειαζόταν μια ένοπλη εξέγερση, κάτι που οι κάτοχοι αυτού του εξαίσιου μαρμάρινου γλυπτού γνώριζαν ότι θα έπρεπε να ξεκινήσουν οι ίδιοι.
Το χωριό Σόλος είναι ένα από τα λεγόμενα Κλουκινοχώρια, γνωστά και ως Κλουκίνες, τοπωνύμιο αναγόμενο στην ύστερη μεσαιωνική περίοδο (1204-1458), όταν η Πελοπόννησος διοικείτο με φεουδαρχικό σύστημα, από σταυροφόρους βαρώνους, και πιο συγκεκριμένα, όταν ο νομός Αχαΐας – ως συνέπεια των παρωδιών της Δ΄ Σταυροφορίας (1204) – είχε Λατίνο επίσκοπο τον Άντελμο του Κλούνι (εξ ου και το τοπωνύμιο «τα χωριά του Κλούνι»).⁷Ο Σόλος, το πιο απομακρυσμένο από τα έξι αυτά χωριά, βρίσκεται περίπου 1050 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Είναι εξαιρετικά απομονωμένο ως προς την τοποθεσία και την προσβασιμότητα, έτσι ώστε να αποτελεί ασφαλές καταφύγιο, τόσο από επιδρομές ληστών, όσο και από την τουρκική επιτήρηση.Όπως επισημαίνει ο Ληκ η περιοχή τεκμηριώθηκε από τον αρχαίο Έλληνα συγγραφέα Παυσανία και περιελάμβανε την αρχαία Νωνάκριδα και τον ποταμό Στύγα⁸. Ως προς την ετυμολογία του ονόματος του χωριού, η λέξη στα σημερινά αυτιά παραπέμπει σε τόπο απομονωμένο, χαμένο στην ίδια του τη μοναξιά, solo θα λέγαμε. Παρά το προφανές αυτό νόημα, έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες για την προέλευση της λέξης. Άλλη θεωρία λέει ότι σχετίζεται με το αρχαίο ελληνικό (φοινικικής ετυμολογίας) τοπωνύμιο «Σόλλιον», που σημαίνει μια πόλη στα βράχια. Έχει προταθεί επίσης ότι προέρχεται από την αλβανική λέξη «suli», που σημαίνει την αιχμηρή βουνοκορφή⁹. Ένας όχι γλωσσικός και οπωσδήποτε αντιεπιστημονικός τρόπος ερμηνείας της λέξης, είναι να τη συνδέσουμε -εκ των υστέρων- με τη solo δράση του κορυφαίου προεστού του χωριού, τη θέση που θα κληρονομούσε ο Νικόλαος από τον πατέρα του, ο οποίος στην πραγματικότητα έριξε το πρώτο βόλι εναντίον των Τούρκων στις 14 Μαρτίου. Με όποιον τρόπο θελήσει κανείς να προσεγγίσει τη λέξη «Σόλος», όλα παραπέμπουν είτε σε ορεινή μοναξιά είτε σε αμυντική απομόνωση είτε σε κατά μόνας εξέγερση και όλα συνάδουν με τη σύνθετη ιδέα για κάτι μοναχικό και ανεξάρτητο. Αυτό ασφαλώς ίσχυε και για τον χαρακτήρα του Νικολάου, του τόσο δεμένου με το χωριό του και την ανεξαρτησία του, ώστε να υιοθετήσει το όνομά του ως επίθετό του, εγκαταλείποντας το πιο συνηθισμένο επώνυμο «Χριστοδούλου» (ο γιος του Χριστόδουλου).
ΙΙ. Η ζωή του Σολιώτη μέχρι την Επανάσταση
Πέρα από την στρατιωτική δράση του 1821, διαθέτουμε σχετικά λίγες πληροφορίες για τον Νικόλαο Χριστοδούλου Σολιώτη. Αξιοσημείωτο είναι δε, ότι ακόμη και ο μοναδικός του ρόλος κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, αν και αδιαμφισβήτητος (δείτε στην ιστοσελίδα την ενότητα με τις ιστορικές πηγές που τεκμηριώνουν το γεγονός αυτό), δεν έχει λάβει επαρκή αναγνώριση. Γεννήθηκε το 1785 ή γύρω στο 1785 στον Σόλο, αλλά ελάχιστα στοιχεία υπάρχουν γι᾿ αυτόν πριν την εμφάνισή του στο προσκήνιο της Επανάστασης. Αυτό που γνωρίζουμε είναι από μόνο του συναρπαστικό. Υπηρέτησε με την δημόσια οθωμανική ιδιότητα του «μεζιλντζή», υπευθύνου για την επίβλεψη της ασφαλούς μεταφοράς των επιστολών και την παράδοση των αυτοκρατορικών μηνυμάτων από την Υψηλή Πύλη. Λόγω αυτής του της ιδιότητας, μπορούσε να οπλοφορεί και να υπηρετεί με ημιεπίσημο τρόπο την οθωμανική εξουσία. Τοπικοί ηγέτες, σαν τον Σολιώτη, εργαζόμενοι για λογαριασμό των Οθωμανών, βρίσκονταν υπό την αυταρχική κυριαρχία και εποπτεία των Ελλήνων κοτζαμπάσηδων της περιοχής¹⁰, δηλαδή των ισχυρών γαιοκτημόνων που ήταν υπεύθυνοι για τη διαχείριση και τη συλλογή των φόρων, για λογαριασμό της οθωμανικής κυβέρνησης. Ο Νικόλαος, όπως και τόσοι άλλοι από τους Έλληνες οπλαρχηγούς του Μοριά, χρησιμοποίησε τη θέση που του εμπιστεύθηκαν προς όφελος όχι μόνο του χωριού, αλλά και για να εξυπηρετήσει τις προσωπικές του φιλοδοξίες, όπως η διατήρηση της εξουσίας του στην περιοχή. Τα προνόμια που απολάμβαναν οι κοτζαμπάσηδες αποδεικνύονταν συχνά δίκοπο μαχαίρι, επειδή ζούσαν υποταγμένοι στις ιδιοτροπίες των Τούρκων ανωτέρων τους. Ο Σολιώτης ήταν ένας από τους πολυάριθμους «προεστούς» της περιοχής που ξεσηκώθηκαν εναντίον της τυραννίας, διακινδυνεύοντας και τη ζωή τους και τα προς το ζην τους, ώστε ανατρέψουν το διεφθαρμένο σύστημα το οποίο υπηρέτησαν. Έχοντας κυριολεκτικά δώσει τα πάντα στον αγώνα για την ελευθερία, πέθανε το 1841 σχεδόν άπορος, αφήνοντας πίσω τη χήρα του με τα έξι τέκνα τους, που θα έπρεπε να τα βγάλουν πέρα μέσα στην αβέβαιη οικονομία του νεοσύστατου Ελληνικού Βασιλείου¹¹.
Είναι βέβαιο ότι ο Νικόλαος στα νιάτα του μαθήτευσε ως λιθοξόος, κοινό επάγγελμα των κλουκινοχωριτών. Υπήρξε ευεργέτης και πρωτομάστορας της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, ενός οικογενειακού ναού που έκτισε απέναντι από τον πύργο του στον Σόλο. Μολονότι δεν έχει τεκμηριωθεί ιστορικά η ανέγερσή του, οι πετράδες έχουν λαξεύσει τα ονόματά τους επάνω στο κτήριο. Πρόκειται για εντυπωσιακό και αξιόλογο οικοδόμημα, δείγμα της ζωής στην οθωμανική Ελλάδα στο ξεκίνημα του 19ου αιώνα. Μοιάζει σαν ένα πέτρινο ντοκουμέντο, το οποίο συνδέει τον 21ο αιώνα με τον 19ο και λέει πολλά για τον άνθρωπο που το έκτισε.
Άξιο μνείας είναι το σύνολο των πέτρινων γλυπτών που πλαισιώνουν τις κεντρικές θύρες του ναού: δύο διακοσμητικές πλάκες (λιθανάγλυφα), αν όχι φιλοτεχνημένες, σίγουρα σχεδιασμένες από τον ίδιο τον Νικόλαο, δεδομένου ότι αμφότερες φέρουν το όνομά του. Έργα τέχνης μοναδικά, φανερώνουν πολλά και για τον δημιουργό τους και για το όραμά του, όχι μόνο για την εκκλησία, αλλά και για τη σκλαβωμένη του πατρίδα. Στην πρώτη έχουμε ένα ανεμολόγιο, στο κέντρο του οποίου υπάρχει χαραγμένη ναυτική πυξίδα, περιβαλλόμενη από τα ονόματα των ανέμων στην ελληνική ορολογία της εποχής [Εικόνα πρώτη]. Επίσης, στη βάση αυτής της πλάκας είναι σμιλευμένα τα ονόματα των δώδεκα ζωδίων, μαζί με αυτό του «Νικολάου Χριστοδούλου». Ο τρόπος που αναγράφονται τα ονόματα πάνω στην πέτρα μαρτυράει την άφθαστη δεξιοτεχνία του μάστορα. Σε κυκλική διάταξη, γύρω από την πυξίδα, κάτω από την επικεφαλίδα «ΤΥΠΟΣ ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΥΣ» αναγράφονται τα εξής: Φηνικίας, Νότιος, Λικέοντος, Λιψ, Ζέφυρος, Αργέστης, Θρασκίας, Απρακτίας, Μέσης, Ελλησποντίας, Απηλιώτης, Αγος/Εύρος. Τα ονόματα των ζωδίων που συνοδεύουν τους ανέμους παρατίθενται στο κάτω μέρος γραμμικά και διαβάζονται ως εξής: Ζώδια: Κριός, Ταύρος, Δίδυμοι, Καρκίνος, Λέων, Παρθένος, Ζυγός, Σκορπιός, Τοξότης, Αιγόκερως, Υδροχόος, Ιχθύες.

Εικόνα Πρώτη: Το ανεμολόγιο και τα ζώδια
Στο δεύτερο ανάγλυφο [Εικόνα Δεύτερη] απεικονίζεται ένας βυζαντινός δικέφαλος αετός, περιμετρικά του οποίου αναγράφονται τα ονόματα των μηνών στα αρχαία ελληνικά κατ’ αναλογίαν των ρωμαϊκών ονομάτων: «ΑΙ ΜΗΝΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΥΣ¹²: Ι-Γαμηλιών,Φ. -Ελαφηβολιών, Μ-Μουνιχιών, Α-Θαργηλιών, Μ-Σκιροφοριών, Ι-Εκατομβαιών, Ι-Μεταγειτνιών, Α-Βοηδρομιών, Σ-Μαιμακτηριών, Ο-Πυανεψιών, Ν-Ανθεστηριών, Δ–Ποσειδεών¹³. Στη βάση της πλάκας είναι χαραγμένο το όνομα «Νικόλαος Χριστοδούλου»¹⁴.

Εικόνα Δεύτερη: Ο βυζαντινός δικέφαλος αετός με τους μήνες
Τι ώθησε τον Σολιώτη να τοποθετήσει αυτές τις δύο πλάκες με την αρχαία ονοματολογία εκατέρωθεν της εκκλησίας ; Εκτός από τον βυζαντινό αετό – μάλλον τολμηρή πολιτιστική δήλωση για την περίοδο της Τουρκοκρατίας¹⁵ – άλλα θρησκευτικά μοτίβα δεν υπάρχουν. Επηρεασμένος από τη βυζαντινή συνήθεια να εντοιχίζονται στις εκκλησίες τμήματα μελών αρχαίων μνημείων (σπόλια), ο Σολιώτης δημιούργησε τα δικά του αρχαϊκά σπόλια, έτσι που να ταιριάζουν στα άμεσα ενδιαφέροντά του. Οι μήνες και οι άνεμοι, δύο πολύ σημαντικές έννοιες, αντιπροσωπεύουν τον χρόνο και τον αέρα. Τα γλυπτά μοιάζουν να θέτουν στους εισερχόμενους πιστούς κάποια σιωπηλά ερωτήματα. Πώς διαθέτεις τον χρόνο της πρόσκαιρης επίγειας ζωής; Προς ποιά κατεύθυνση οδεύεις; Πώς αξιοποιείς τον αέρα που αναπνέεις, τις λέξεις που λες; Τι σου δίνει έμπνευση για να δράσεις, να κτίσεις, να ζήσεις;
Πίσω από τα ερωτήματα αυτά κρύβεται κάτι το αδιαμφισβήτητο: η έκκληση για ελευθερία. Η ελευθερία να λατρεύει κανείς με βάση τη δική του παράδοση· να αρχίσει να ζει τη ζωή του κατά τη δική του επιθυμία· να διεκδικήσει τη νόμιμη κληρονομιά του, να μιλήσει τη μητρική του γλώσσα και να συνδεθεί με τις αρχαίες ρίζες του, απομεινάρια των οποίων είναι σκορπισμένα σε όλο το ορεινό έδαφος του Σόλου.Ο Νικόλαος είχε τις δικές του απαντήσεις στα διλήμματα αυτά και τα αντιμετώπισε αποφασιστικά. Έκτισε μιαν εκκλησία, δημιούργησε μιαν οικογένεια και κατόπιν ξεκίνησε να απελευθερώσει ένα έθνος. Δεν έχασε ούτε το χρόνο του ούτε έμεινε στα λόγια, αλλά δεν άφησε και τη μοίρα να παρασύρει τον εαυτό του. Τέκτων λίθων, μα και τέκτων πράξεων, θα μείνει στην ελληνική ιστορία ως ο «πρωτεπαναστάτης», ο επαναστάτης αγωνιστής που έριξε τα πρώτα τουφέκια του 1821, καταπώς γράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, την «Ἱστορικὴ Ἔκθεση» (βλ. σύνδεσμο για το έγγραφο στην ενότητα «Απομνημονεύματα»). Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνοψίζονται διακριτικά στις κωδικοποιημένες πληροφορίες αυτών των δύο πέτρινων πινακίδων, με βαθύ νόημα. Έτσι το εκκλησιαστικό κτίριο, που με κόπο ανήγειρε, δεν είχε μόνο λατρευτικό σκοπό: θα ήταν η κεντρική πυξίδα προσανατολισμού για το χωριό και κατόπιν για το ελληνικό έθνος: τόπος πίστης, αντίστασης και αναγέννησης. Ο κτήτωρ του ήθελε να εμφυσήσει σε όσους εκκλησιάζονταν κάτω από τον τρούλο του τον πόθο για ζωή και ελευθερία, να τους κεντρίσει την επιθυμία να μελετήσουν το αρχαιοελληνικό και το βυζαντινό τους παρελθόν, έτσι ώστε, με την απόκτηση αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης, να μπορούν να σκέφτονται και να ενεργούν ως ελεύθεροι άνθρωποι¹⁶.
ΙΙΙ. Οικογενειακή και Στρατιωτική ζωή
Ο Νικόλαος είχε τρία αδέλφια: τον Σωτήρη, τον Αργύρη, τον Δημήτρη και μία αδελφή, της οποίας το όνομα δεν έφτασε ως εμάς, πιθανόν από καημό για την απαγωγή της το 1826 από τον Ιμπραήμ, όταν οδηγήθηκε στο σκλαβοπάζαρο της Αλεξάνδρειας, μαζί με εκατοντάδες Ελληνίδες και παιδιά, έπειτα από τα τραγικά γεγονότα του Καστρακίου,¹⁷ λεπτομέρειες των οποίων μπορείτε να βρείτε στην «ΙστορικήΕκθεση». Αργότερα ελευθερώθηκε από την οικογένειά της, έναντι υψηλού τιμήματος.
Ο Νικόλαος το 1816 νυμφεύτηκε τη Βασιλική Μέγαρη, η οποία καταγόταν από την Κερπινή Καλαβρύτων, αλλά μετανάστευσε οικογενειακώς στην Τεργέστη, για να γλυτώσει από τη βαριά φορολογία των Οθωμανών. Ο θρύλος λέει ότι ο Σολιώτης την αναζήτησε εκεί και την έφερε στον Σόλο για να ζήσει στον οικογενειακό του πύργο και να αναθρέψει τα έξι παιδιά τους: τον Γιώργο, τον Χαράλαμπο, τον Νικήτα, τον Ιωάννη, την Ελένη και τον Χρήστο. Επίσης, η οικογένεια ασχολήθηκε με την καλλιέργεια της σταφίδας, έχοντας κτήματα στο παραλιακό χωριό Τέμενη. Οι μεγαλύτεροι γιοι του Νικολάου συμμετείχαν στις μάχες της Επανάστασης και οι γιοι τους με τη σειρά τους σταδιοδρόμησαν στην πολιτική, το εμπόριο, την ιατρική, τον στρατό και τον ακαδημαϊκό χώρο (δείτε το τμήμα για την Οικογένεια). Οι πλέον σημαντικές μάχες του έγιναν από κοινού με μέλη της οικογένειας Πετμεζά. Εξάλλου πολέμησε και ο ίδιος στο πλευρό τους καθ᾿ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης. Ο γιος του και ο εγγονός του παντρεύτηκαν μέλη αυτής της εξέχουσας οικογένειας, εδραιώνοντας έτσι την κληρονομιά του 1821 (δείτε το τμήμα Γάμοι του ιστοτόπου).
Ο Νικόλαος ήδη από το ξεκίνημα της Επανάστασης φανέρωσε τις στρατιωτικές του ικανότητες. Λόγω της γενναιότητας και της ανδρείας του προήχθη σε χιλίαρχος (βλ. σχετική επιστολή στα Χειρόγραφα) και αργότερα έλαβε το Αριστείο του Αγώνος.Μία επισκόπηση της στρατιωτικής του δραστηριότητας και της συμμετοχής του σε σημαντικές μάχες παρέχεται στο άρθρο του Χρήστου Σολιώτη (δείτε τον παρακάτω σύνδεσμο), καθώς και στα δικά του απομνημονεύματα.Η αλληλεπίδρασή του με πολλές αξιόλογες προσωπικότητες, τόσο στρατιωτικές όσο και πολιτικές, μπορεί να αναζητηθεί στην ενότητα Χειρόγραφα αυτού του ιστοτόπου. Όμως ο Νικόλαος, πέρα από επαναστάτης και αγωνιστής, υπήρξε γενάρχης μιας οικογένειας που οι κλάδοι της θέριεψαν και εξαπλώθηκαν σε πολλές κατευθύνσεις. Ο παρών ιστότοπος δημιουργήθηκε από τους απογόνους του τιμής ένεκεν και με την ευχή ότι θα μνημονεύεται, όχι μόνο για τα πρώτα τουφέκια της Ελληνικής Επανάστασης, στις 14 Μαρτίου στις Πόρτες, αλλά και γιατί δημιούργησε μιαν οικογένεια, που δύο αιώνες μετά από τα τολμήματά του για την απελευθέρωση, εξακολουθεί να υφίσταται.
Μετάφραση: Μάριος Χριστόπουλος
Σημειώσεις
¹«Ο William Martin Leake (1777-1860) ήταν Βρετανός στρατιωτικός και κλασικός μελετητής που ειδικευόταν στον προσδιορισμό της τοπογραφίας των αρχαίων πόλεων. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας και εξελέγη μέλος της Βασιλικής Εταιρείας το 1815. Μετά τη συνταξιοδότησή του, το 1815, αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του σε τοπογραφικές και κλασικές σπουδές. Οι τόμοι «Travels in the Morea», που εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1830, περιλαμβάνουν την έγκυρη τοπογραφική του έρευνα για την Πελοπόννησο. . . . Ο Leake ήταν ο πρώτος μελετητής που εντόπισε πολλές αρχαίες τοποθεσίες στην Πελοπόννησο και οι ακριβείς παρατηρήσεις του έκαναν αυτούς τους τόμους πολύ κατατοπιστικούς για τους κλασικούς αρχαιολογικούς χώρους της περιοχής». [Διαφήμιση του Cambridge University Press—google books]
²Leake, 159.
³Στην προεπαναστατική Ελλάδα ήταν συνηθισμένο φαινόμενο να χρησιμοποιεί κάποιος σαν επίθετό του το μικρό όνομα του πατέρα του στη γενική πτώση. Έτσι ο Νικόλαος ήταν «του Χριστόδουλου», γιος δηλαδή του Χριστόδουλου.
⁴Leake, 160-161.
⁵«Δεν έχω καμμία αμφιβολία ότι ο καταρράκτης είναι το κατειβόμενον Στυγὸς ὕδωρ ή το νερό που σταλάζει κάτω από την Στύγα, τὰ Στυγὸς ὕδατος αἰπὰ ῥέεθρα ή οι υψηλοί χείμαρροι της Στυγός, με τα επίθετα που ο Όμηρος είχε περιγράψει, σωστότερα από οποιονδήποτε επόμενο συγγραφέα, ίσως επειδή κανείς άλλος πλην του Παυσανία δεν είδε ποτέ το μέρος». (161) Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία η Στὺξ ήταν ο ποταμός που συνέδεε τη γη με τον κάτω κόσμο (ᾋδη), μέσα στον οποίο η θεά Θέτις βύθισε τον γιο της, τον Αχιλλέα, για να του χαρίσει την αθανασία, εκτός από την φτέρνα, απ᾿ όπου τον βαστούσε. Ο Ληκ, αναφορικά με τις μυθικές ιδιότητες του νερού, επικαλείται τον Παυσανία: «Μια άλλη θαυμαστή ιδιότητα που αποδίδεται στο νερό της Στυγός είναι ότι αγγεία από γυαλί ή από κρύσταλλο ή από μόρρια ή από πηλό ή από πέτρα σπάνε από το νερό αυτό, ενώ κάθε αγγείο από ελεφαντόδοντο, κόκκαλο, σίδηρο, ορείχαλκο, μόλυβδο, κασσίτερο, ασήμι, κεχριμπάρι διαλύεται από αυτό. Αλλά δεν μπορεί να βλάψει την οπλή (νύχι) του αλόγου· μόνο αυτό το υλικό δεν καταστρέφεται από το νερό». (Leake, 166). Νερό από την Στύγα πουλήθηκε στην Αθήνα το 1909, ως βοήθημα ομορφιάς, επειδή υποτίθεται ότι είχε την ιδιότητα «να κατσαρώνει τα μαλλιά, χωρίς τη χρήση σίδερου για μπούκλες». (Φωτόπουλος 1982, 369).
⁶Leake, 169-170.Ο Ληκ, σημειωτέον, ήταν ένας διαβόητος συλλέκτης αρχαιοτήτων, μέρος μιας ευρύτερης γενιάς αρχαιοκαπήλων, οι οποίοι πλούτιζαν από τα ελληνικά λάφυρα. Τα μαρμάρινα αποκτήματά του δόθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, όπου συντροφεύουν τα παρανόμως αποκτηθέντα γλυπτά που ο Έλγιν απέσπασε από τον Παρθενώνα. Τα υπόλοιπα αρχαία του αντικείμενα, μετά θάνατον, αγοράστηκαν από το Μουσείο Φιτζγουίλιαμ του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ.
⁷Η ονομασία “Κλουκινοχώρια” (“Κλουκίνες”) προέρχεται από την εποχή της Φραγκοκρατίας, όπου η περιοχή και τα χωριά γύρω από την Ακράτα και στον δρόμο προς τα Καλάβρυτα, που είναι κτισμένα στους πρόποδες του Χελμού, ήταν φέουδο του Λατίνου αρχιεπίσκοπου των Πατρών. Πρώτος αρχιεπίσκοπος της Βαρωνίας της Πάτρας ήταν ο Αντέλμος του Κλουνύ και του δόθηκαν ως φέουδο το 1204. Έπειτα τα παραχώρησε στο Αβαείο του Κλουνύ, από το όνομα του οποίου ονομάστηκαν Κλουκινοχώρια.”(Wikipedia Κλουκινοχώρια – Βικιπαίδεια (wikipedia.org))
⁸Όπως επισημαίνει ο Αθανάσιος Φωτόπουλος, οι αρχαιότητες γύρω από τον Σόλο προέρχονται από τον ναό της Αρτέμιδος (Πυρωνίας) κοντά στη Νωνάκριδα (1982, 65). Πυρωνία Ἄρτεμις, καλουμένη οὕτως ὡς προεδρεύουσα κατὰ τὴν ὤνησιν (=αγορά) σίτου, ἐν δὲ τῇ Κράθιδι τῷ ὄρει Πυρωνίας ἱερόν ἐστιν Ἀρτέμιδος. Παυσ. 8.15.9. (Liddel&Scott).
⁹Φωτόπουλος (στον Τζώρτζη, 705).
¹⁰Για τη σχέση του Σολιώτη με αυτήν την άρχουσα τάξη βλ. Α. Φωτόπουλο,Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715-1821), σελ. 131, 321-327, και Δ. Παλαιολογόπουλος, Οι Κοτζαμπάσηδες των Καλαβρύτων και ο Ρόλος τους στην επανάσταση του 1821.
¹¹Το ίδιο ισχύει για πληθώρα ηρώων του 1821 που συνήθως το κράτος δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στο αίτημά τους για αποζημίωση των οικονομικών τους θυσιών.
¹²Αντί του γραμματικώς ορθού «ΟΙ ΜΗΝΕΣ».
¹³Πριν από το αρχαίο όνομα κάθε μήνα, υπάρχει το αρχικό γράμμα του αντίστοιχου ρωμαϊκού μήνα.
¹⁴Το πρώτο όνομα είναι μισοσβησμένο. Η Αφροδίτη Αγοροπούλου – Μπιρμπίλη (σελ. 113) το διαβάζει ως Νικήτας, ενώ ο Αθανάσιος Φωτόπουλος το διαβάζει ως Αργύρης (αδελφός του Νικολάου) (1982, 139).
¹⁵Βλ. Μαρία Τσούπη, Διά Χειρός Τέκτονος: «Λιθανάγλυφα προεπαναστατικών εκκλησιών της Αρκαδίας», για παραδείγματα λιθοτεχνίας από τον γειτονικό νομό Αρκαδίας. Οι πρωτομάστορες της Λαγκαδιάς Αρκαδίας, που παρουσιάζονται σε αυτό το βιβλίο, ήσαν κύριοι αντίπαλοι των αντίστοιχων Κλουκινιωτών.
¹⁶Η Αγοροπούλου – Μπιρμπίλη επισημαίνει την επίδραση των ιδεών του Διαφωτισμού στο περιεχόμενο αυτών των λίθινων πλακών.
¹⁷ Λεπτομέρειες γι’ αυτή τη μάχη υπάρχουν σε σχετική ενότητα του “Ιστορικού Δοκιμίου.”
ΠΗΓΕΣ
Agoropoulou-Birbili, Aphrodite. “Η Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στον Σόλο Καλαβρύτων” inΕκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Αλλωση, Vol. VI. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, 2002: pp. 111-126.
Fotopoulos, Athanasios. Ιστορικά και Λαογραφικά της Ανατολικής Περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων. Athens: 1982.
——-. Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715-1821). Athens: Herodotos, 2005.
Leake, William Martin. Travels in the Morea. Volume Three. London: John Murray, 1830.
Palaiologopoulos, Dimitris. Οι Κοτζαμπάσηδες των Καλαβρύτων και ο Ρόλος τους στην επανάστασητου 1821. Athens: Paraskinio, 2008.
Tsoupi, Maria. Διά Χείρος Τέκτονος: Λιθανάγλυφα προεπαναστατικών εκκλησιών της Αρκαδίας.Anthi tis Petras, 2021.
Tzortzis, Athanasios. Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων. Τόμος Ε’. Athens: 2014.