Ιστορικά

ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ ΑΓΡΙΔΙΟΥ

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ
ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΟΥΣ

Επιμέλεια: Μάριος Χριστόπουλος - Φιλόλογος

  Το όνομα του Σολιώτη σπανίως παραλείπεται από τα  βιβλία. Μνεία του γεγονότος στις Πόρτες γίνεται από πολλούς συγγραφείς, συγχρόνους ή μεταγενέστερους, οπότε δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Υπάρχει ωστόσο μια μικρή σύγχυση ως προς την ημερομηνία και μία διχογνωμία σχετικώς με το αν κινήθηκε από μόνος του (με την σύμφωνη γνώμη απλώς του Παπαφλέσσα) ή αν ενήργησε κατόπιν εντολής του προκρίτου Σωτ. Χαραλάμπη (στην υπηρεσία του οποίου ήταν ο Σολιώτης). Επίσης, συγγραφείς όπως ο Φραντζής ή ο Τρικούπης αμφιβάλλουν αν το χτύπημα στις Πόρτες ήταν επαναστατικό ή τυχαίο, με προθέσεις περισσότερο ληστρικές. Ο Ι. Φιλήμων (προλεγόμενα στα «Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως» του Γερμανού) αρνείται να συμπεριλάβει τα μεμονωμένα προεπαναστατικά γεγονότα (όπως αυτά του Σολιώτη) στα κυρίως επαναστατικά, μολονότι -όπως λέει- είναι πρόδρομοι της Επαναστάσεως και μετατοπίζει το βάρος στις ενέργειες των προκρίτων. Είναι γεγονός όμως ότι υπήρξαν οι σπίθες που φούντωσαν την Επανάσταση, οπότε θα ήταν άδικο να μη τους δοθεί η πρέπουσα σημασία.

  Αλλά, αν δεχθούμε ότι ο Σολιώτης ήθελε να συμπαρασύρει στον Αγώνα τους διστακτικούς ή και αρνητικούς προς την Επανάσταση προκρίτους, τότε μειώνεται η συμβολή των προκρίτων και αμαυρώνεται έτι περισσότερο ο ρόλος τους, ενώ ταυτόχρονα εξυψώνεται η συμβολή του Παπαφλέσσα, των απλών οπλαρχηγών και του λαού. Οι πρόκριτοι, όπως είναι φυσικό, εκ των υστέρων, θα έκαναν τα πάντα ώστε να μη δημιουργηθεί μια τέτοια εντύπωση, η οποία θα σπίλωνε την υστεροφημία τους. 

  Ο Κανέλλος Δεληγιάννης (1780-1862) στα απόμνημονεύματά του, που χαρακτηρίζονται ως η φωνή των κοτζαμπάσηδων, μόνος αυτός, αποκαλεί τον Σολιώτη «ὑπηρέτη τοῦ Χαραλάμπη» (ἀπομν. Δεληγιάννη, τ.α΄, σ. 113). Σε αυτό το τελευταίο, ότι ο Σολιώτης ενεργούσε ως όργανο του Χαραλάμπη, συμφωνεί μία μάλλον μικρή μερίδα συγγραφέων, μεταξύ  των οποίων, από τους συγχρόνους με τα γεγονότα ο Φιλήμων, μολονότι ομολογεί ότι ο Σολιώτης ήταν «ἀνὴρ τιμίου καὶ ἀκεραίου χαρακτῆρος», και από τους μεταγενέστερους ο απόγονος του Σωτηρίου Χαραλάμπη, Αναστάσιος Χαραλάμπης. Τέλος, από τους νεωτέρους ο Διονύσιος Κόκκινος και ο σημερινός καθηγητής ιστορίας Αθανάσιος Φωτόπουλος (βλ. Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου). Από την άλλη πλευρά Σπηλιάδης, Φωτάκος, Finlay, Γενναίος Κολοκοτρώνης, Παπαρρηγόπουλος, Μέντελσον, Κυριακίδης, Κορδάτος, Σταματόπουλος, Φωτιάδης, Στασινόπουλος, Ιστορία Εκδοτικής, Απόστολος Βακαλόπουλος, όταν δεν το αφήνουν να εννοηθεί, λέγουν ξεκάθαρα ότι ο Σολιώτης ενήργησε αυτοβούλως, άνευ της αδείας των προκρίτων, διακόπτοντας σειρά άκαρπων συνελεύσεων, με σκοπό να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα και να πραγματοποιηθεί έτσι η έναρξη της Επαναστάσεως. Αυτά εξάλλου, όπως είδαμε, υποστηρίζει και ο ίδιος ο Σολιώτης στην ιστορική έκθεση. 

  Είναι φανερό και σε αυτήν την περίπτωση ότι η ιστορία του 1821 γράφεται από δύο τουλάχιστον πλευρές. Από εκείνη που δικαιολογεί και τονίζει την στάση των προκρίτων και των αρχιερέων και από αυτή που εκθειάζει περισσότερο την συμβολή του απλού λαού και του κατωτέρου κλήρου. Έτσι το ζήτημα λαμβάνει ιδεολογικοπολιτικές διαστάσεις, που γίνονται πιο ξεκάθαρες στον 20ό αιώνα. Οι συντηρητικοί ιστορικοί (π.χ. Κόκκινος) ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, οι σοσιαλίζοντες (Κορδάτος, Φωτιάδης, Σταματόπουλος) στην δεύτερη. Η αλήθεια ωστόσο βρίσκεται πέρα από αυτές τις ιδεολογικοπολιτικές αγκυλώσεις και σκοπιμότητες. Θα ήταν λάθος να βάλουμε όλους τους προκρίτους σε ένα τσουβάλι ή να αρνηθούμε την κατοπινή προσφορά πολλών εξ αυτών, θα ήταν όμως λάθος και να μειώσουμε την συμβολή του απλού λαού για να μη θιγεί το γόητρο των προκρίτων, οι οποίοι δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα χρονοτριβούσαν, με κίνδυνο οι Τούρκοι να προλάβουν να καταπνίξουν την σχεδιαζόμενη επανάσταση εν τη γενέσει της. Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος που ο Παπαφλέσσας ήλθε σε συνεννόηση με τον Σολιώτη για να κάνει ό,τι έκανε. Εξάλλου, ήδη από τον 19ο αιώνα, ο Φίνλεϋ υπογράμμιζε πως «τὸ ἀληθὲς εἶνε ὅτι ὁ λαός, τῇ εἰσηγήσει τῶν Φιλικῶν, ἔλαβε τολμηρῶς τὰ ὅπλα ἐνῷ οἱ ἀνώτεροί του ἐχρονοτρίβουν».

Σχετικώς με την ακριβή ημερομηνία του κτυπήματος στις Πόρτες, όπως προείπαμε, υπάρχει σύγχυση και τούτο ίσως επειδή κατά τις επόμενες ημέρες  συνέβησαν από τον ίδιο τον Σολιώτη με τους συντρόφους του ή και από άλλους παρόμοια γεγονότα. Δεχόμαστε όμως ως σωστή την ημερομηνία που δίνει ο ίδιος ο Σολιώτης: 14 Μαρτίου. Με την ημερομηνία αυτή συμφωνεί και ο σύγχρονός του και συντοπίτης του Αμβρόσιος Φραντζής.

 Ας δούμε όμως τι λένε οι ίδιοι οι συγγραφείς στα βιβλία τους. Επιλέξαμε τους κυριότερους και τους παρουσιάζουμε χρονολογικά με βάση το έτος γεννήσεως, διατηρώντας την γλώσσα και την ορθογραφία τους.

Α΄ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

1) ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ (1778-1851)

Κατὰ δὲ ταύτην τὴν ἐποχὴν (14 Μαρτίου) ὁ Νικόλαος Σολιώτης ὁμοῦ μὲ 15 συμπολίτας του ἐφόνευσε εἰς τὴν κώμην Ἀγρίδι 3 Ὀθωμανοὺς κατὰ τὴν θέσιν ὀνομαζομένην Πόρταις, ἐρχομένους ἀπὸ Τριπολιτζάν, τὴν δὲ 16 Μαρτίου ὁ αὐτὸς πάλιν συνωδευόμενος μὲ τοὺς Πετμεζαίους ἐφόνευσε εἰς τὴν κώμην ὀνομαζομένην Βερσοβὰν ἄλλους 28 Ὀθωμανοὺς ἐρχομένους ἀπὸ Σάλωνα, καὶ ἀποβάντας εἰς Ἀκράταν, ὁδεύοντας δὲ ἀπὸ τὸ μέρος τῶν Χασσίων διὰ Τριπολιτζάν. Ἀλλ᾿ οἱ δύω οὗτοι ἀκροβολισμοὶ ἔγιναν ὡς ὑποκεκρυμμένοι ὑπὸ τὸ πρόσχημα λῃστρικοῦ κινήματος, καὶ οὐχὶ δημοσίως γεγονότος ἀποστατικοῦ. Ἐγένοντο δὲ καὶ ἀπὸ ἀνοησίαν, ἥτις οὐχ᾿ ἧττον τότε ἔλαβε ἀρχὴν νὰ προχωρῇ.

 (Ἐπιτομὴ τῆς Ἱστορίας τῆς Ἀναγεννηθείσης Ἑλλάδος, τ.1, σελ. 146)

2) ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ (1785-1862)

Ὁ ἀρχιμανδρίτης [Παπαφλέσσας] τὴν 5ην Ἰανουαρίου [1821] εἶχε φθάσει εἰς Σόλον εἰς τοῦ Νικολάου Χ. Σολιώτου, τὴν ἐπιοῦσαν ἀνεχώρησεν εἰς Καλάβρυτα, ἔφθασεν εἰς Π. Πάτρας ἐνθουσιάζων τοὺς ἑταίρους διὰ τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς Βοστίτσαν, ὅπου προσεκλήθη τὴν 22 καὶ ἔλαβεν μερος εἰς τὴν εἰρημένην συνέλευσιν […]

Ἡ ἐπανάστασις πρὸ πάντων ἐκρήγνυται εἰς τὴν Πελοπόννησον. Οἱ Πελοποννήσιοι δὲν παύουσι πνέοντες ἐκδίκησιν διὰ τὰ πολλάκις ἐκχυθέντα αἵματα τῶν πατέρων των· δὲν παύουσι πνέοντες τῶν τυράννων τὸν ὄλεθρον, καὶ πάλιν ἐξορμῶσι κατ᾿ αὐτῶν μὲ σταθερὰν ἀπόφασιν ν᾿ ἀποθάνωσιν ἢ νὰ ἐλευθερωθῶσι· δὲν φροντίζουσι διὰ τοῦτο ἂν θὰ κατασφαγῶσιν οἱ ἐν Τριπολιτσᾷ ἀρχιερεῖς καὶ προεστῶτες καὶ λοιποὶ χριστιανοί. Καὶ δὴ πρῶτος ὁ Ν. Χ. Σολιώτης, αὐτήκοος γενόμενος τῶν γραφομένων ὑπὸ τοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη: μὴ κάμετε κανὲν κίνημα διότι ἀπόλλυνται οἱ ἐν Τριπολιτσᾷ ἀδελφοί μας, κινεῖται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων καὶ τὴν 13 Μαρτίου φονεύει τρεῖς Τούρκους διαβαίνοντας ἀπὸ τὸ χωρίον Ἀγρίδι καὶ κομίζοντας γράμματα τοῦ τοποτηρητοῦ Μεχμὲτ Πασιᾶ πρὸς τὸν Χουρσίδ εἰς Ἰωάννινα. Τὴν 14 φονεύει καὶ ἄλλους ὀκτὼ μὲ τὸν Τσίπογλουν περιφερομένους εἰς ἐκεῖνα τὰ  μέρη διὰ τὸν κεφαλικὸν φόρον. Τὴν 18 μαθὼν ὅτι ἕως ἑξῆντα Τουρκαλβανοὶ ἔφθασαν εἰς Βερσοβᾶν ἀπὸ τὰ Σάλωνα καὶ ἀπήρχοντο εἰς Τριπολιτσάν, ἐκινήθη ἐπὶ κεφαλῆς τριακοσίων Ἑλλήνων καὶ τοὺς προσέβαλεν· ἐφόνευσε δὲ εἴκοσι, καὶ τοὺς λοιποὺς ᾐχμαλώτισεν. Ἐπληγώθησαν δὲ καὶ τρεῖς ἐκ τῶν Ἑλλήνων ἀκινδύνως.    

(Ἀπομνημονεύματα, σελίδες 13 & 15)

3) ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (1788-1873)

Ἡγουμένου δὲ τοῦ Νικολάου Σολιώτη ἐφονεύθησάν τινες γυφτοχαρατσίδες κατὰ τὸ Ἀγρίδι, χωρίον τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας, καὶ τρεῖς κομισταὶ γραμμάτων τοῦ τοποτηρητοῦ τῆς Τριπολιτσᾶς πρὸς τὸν Χουρσήδην· ἐκτυπήθησαν καί τινες ἄλλοι Τοῦρκοι ἀποβιβασθέντες ἐκ Σαλώνων εἰς Ἀκράταν, καὶ ἀπερχόμενοι εἰς Τριπολιτσάν, ἐξ ὧν οἱ μὲν ἐφονεύθησαν, οἱ δὲ συνελήφθησαν· Τὰ συμβάντα ταῦτα, ἂν καὶ μὴ ἐπαναστατικά, ηὔξησαν τὰς δικαίας ὑποψίας τῶν Τούρκων.

(Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, τ. 1, σελ. 59)

4) ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΙΛΗΜΩΝ (1798-1874)

Ἀπόστολοι ἀληθεῖς τῆς μεγάλης βουλῆς τοῦ Ὑψίστου, ὁ μὲν Σωτήριος Χαραλάμπης, βλέπων ζημιώδη πᾶσαν ἀναβολὴν καὶ συνεπὴς ὢν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ἣν ἐξέφρασεν ἐν τῇ Λαύρᾳ, ἐνθαρρύνει τὸν Νικόλαον Σολιώτην· οὗτος δέ, ἐνεδρεῦον τῇ 16 Μαρτίου μετὰ τοῦ Ἀναγνώστου Κορδῆ καὶ ἄλλων ἐν ταῖς Πόρταις τοῦ Ἀγριδίου, χωρίου τῶν Κλοκινῶν, φονεύει τοὺς λεγομένους «γυφτοχαρατσίδας» καὶ τρεῖς ἐκ τῶν «ἐσπὲχ» Τριπολίτας Τούρκους, διαβαίνοντας γραμματοφόρους τοῦ καϊμακάμου Μεχμὲτ Σαχὴλ πρὸς τὸν Χουρσὴτ πασσᾶν· ἐπίσης ἐφόνευσε καὶ ἑτέρους ἑπτὰ Τούρκους κατὰ τὰ πέριξ χωρία Ἀρφαρὰ τοῦ τμήματος Χασίου. Ἦν δ᾿ ὁ Σολιώτης ἀνὴρ τιμίου καὶ ἀκεραίου χαρακτῆρος, γενναῖος τὴν καρδίαν, πατριώτης τὸ πνεῦμα καὶ θερμότατος ὀπαδὸς τῶν ἐπαναστατικῶν εἰσηγήσεων τοῦ Δικαίου.

(Δοκίμιον περὶ τῆς Ἐπαναστάσεως, τ. 3, σελ. 9)

5) ΦΩΤΑΚΟΣ (Φώτιος Χρυσανθόπουλος, 1798-1879)

Αὐτὸς δὲ ὁ Σολιώτης ἐπαρακινήθη ἀπὸ τὸν Ἀρχ. Φλέσαν νὰ κτυπήσῃ πρωτύτερα Τούρκους καὶ νὰ κόψῃ τὰς μακρυνὰς καὶ ἀκάρπους συνελεύσεις τῶν ἀρχόντων τῶν Καλαβρύτων καὶ Πατρῶν.

(Ἀπομνημονεύματα, σελ. 49)

Ἀναχωρήσας λοιπὸν [ὁ Παπαφλέσσας μετὰ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τῆς Βοστίτσης] ἐγύριζεν ἐδῶθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἀνταμώνων τοὺς ἀδελφοὺς τῆς ἑταιρίας, κατηχὼν καὶ ἄλλους, καὶ σπείρων τὸν σπόρον τῆς ἐπαναστάσεως μέσα εἰς τὴν Ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων, καὶ κατόπιν εἰς ὅλη τὴν Πελοπόννησον. Εἰς Καλάβρυτα ἠντάμωσε τὸν Νικόλαον Χριστοδούλου, τὸν καὶ Σολιώτην ἐπονομασθέντα· εὗρεν αὐτὸν κατηχημένον, καὶ ἡτοιμασμένον καθ᾿ ὅλα, ἔξυπνον καὶ ἐπιδέξιον, πνέοντα ἐκδίκησιν κατὰ τῶν Τούρκων καὶ ἐνθουσιάζοντα τὸν Φλέσαν νὰ κάμῃ ἀρχὴν εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, διὰ νὰ ἐνοχοποιηθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων, καὶ οὕτω νὰ κοποῦν αἱ σχέσεις τῶν Τούρκων καὶ τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Ν. Χριστοδούλου ἦτο τότε ἐπιστάτης τῶν ταχυδρομείων (μεζιλντσῆς), καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἐπάγγελμα, ἀνακατώνετο μὲ τοὺς Τούρκους καὶ εἶχε πολὺ θάρρος, διότι ἐφόρει καὶ ὅπλα, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, καὶ ἀνύποπτος ἦτον εἰς τὴν ἐξουσίαν.

(Βίος Παπαφλέσσα, σελίδες 21-22)

Γνωστὸς τοῖς πᾶσι [ὁ Ν. Σολιώτης] διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις του. Οὗτος πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἑτοιμάζετο διὰ νὰ φανῇ ἐν καιρῷ πρῶτος κατὰ τὴν 25 Μαρτίου ἡμέραν ὡρισμένην διὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος. Ἀλλὰ φοβούμενος μήπως προδοθῇ ἡ ἑταιρία, καὶ οἱ Τοῦρκοι προφθάσουν καὶ πνίξουν τὴν μελετηθεῖσαν ἐπανάστασιν, βιασθείς, ἐνόμισε καλὸν ν᾿ ἀρχίσῃ νὰ σκοτώνῃ Τούρκους, καὶ τῷ ὄντι ἐφόνευσε τοὺς Τσιπογλαίους κατὰ τὴν θέσιν Πόρταις τοῦ χωρίου Ἀγρίδι τῶν Καλαβρύτων. Ἐκτύπησε προσέτι πρὸ τῆς 20 Μαρτίου περισσοτέρους τῶν 60 Ἀλβανοὺς Τούρκους κατὰ τὰ Χάνια τῆς Βερσοβᾶς, καὶ ἐξηκολούθει ἔπειτα νὰ συναθροίζῃ περὶ ἑαυτὸν καὶ ἄλλους ἐπαναστάτας, ἔχων καὶ σημαίαν ἐπαναστάσεως. Αὐτὸς εὑρέθη εἰς πολλὰς μάχας, ὡς καὶ εἰς τὸ Λεβίδι καὶ τὴν Κόρινθον κατὰ τὴν πρώτην πολιορκίαν. Ὑπῆγε δὲ καὶ εἰς τὴν Ρούμελην ὅταν ἦτον ἀνάγκη, καὶ τοιουτοτρόπως ἔγεινε γνωστὸς στρατιωτικός. Ὕστερον ὅμως μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κορίνθου ἔγεινε Χιλίαρχος τοῦ Ἐκτελεστικοῦ καὶ φρουρὰ τῶν Καλαμαράδων. Ὅσοι δὲ τότε ἐγίνοντο πολιτάρχαι ἐπεριγελῶντο, διότι τὸ στάδιον τοῦ πολέμου ἦτον εἰς ὅλους ἀνοικτόν, καὶ τὸ νὰ εὑρίσκεται στρατιωτικὸς εἰς τὴν πόλιν κάμνων οὐρὰν πολιτικοῦ τινος, τοῦτο οἱ ἄνθρωποι τὸ ἀπέδιδον εἰς δειλίαν. Κατόπιν ὅμως εἰσβαλόντος τοῦ Δράμαλη εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἐπῆρε πάλιν, καθὼς καὶ πρῶτα, τὰ ὅπλα καὶ ἔκαμε τὸ χρέος του, ὅπου καὶ ἂν εὑρέθη. Τὸ δὲ ὄνομά του φαίνεται καὶ ἀπαντᾶται εἰς ὅλα τὰ στρατιωτικὰ γεγονότα.

(Βίοι Πελοποννησίων ἀνδρῶν, σελ. 36)

6) GEORGE FINLAY (1799-1875)

Τὰ πρῶτα ἐπαναστατικὰ κινήματα συνέβησαν μεσοῦντος τοῦ Μαρτίου τοῦ 1821. Πολλοὶ Μουσουλμάνοι προσεβλήθησαν κ᾿ ἐσφάγησαν εἰς τὰ ὅρη τῆς Ἀχαΐας, τὴν 16 τοῦ μηνός. Τρεῖς Τοῦρκοι ταχυδρόμοι, φέροντες γράμματα παρὰ τοῦ καϊμακάμη πρὸς τὸν Χουρσίτ, τὰ ὁποῖα ὑπετίθετο ὅτι περιεῖχον ἐπείγουσαν αἴτησιν προσθέτων ἐπικουριῶν, ἐκρατήθησαν ὑπὸ τῶν Ἑταιριστῶν, καὶ κατεκόπησαν εἰς τὸ χωρίον Ἀγρίδι, εἰς τὴν κοιλάδα Κράθιδος. Ὀκτὼ Τουρκαλβανοί, συλλέγοντες τὸν κεφαλικὸν φόρον, κατεσφάγησαν παρὰ τὴν λίμνην Φονιάν, ὑπὸ τοῦ Σολιώτου, Ἑταιριστοῦ μὲ τοπικήν τινα ἐπιρροήν, καλουμένου οὕτω ἐκ τοῦ χωρίου του, Σόλου, εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Κράθιδος. Συνοδεία Τουρκαλβανῶν, ἀποβιβασθεῖσα εἰς τὸ χάνι τῆς Ἀκράτας, βαδίζουσα ὅπως ἑνωθῇ μὲ τὴν φρουρὰν τὴν ἐν Τριπόλει, προσεβλήθη εἰς Βέρσοβα, ῥωμαλέως ὑπερασπισθεῖσα. Εἴκοσι ἐφονεύθησαν, καὶ οἱ λοιποὶ κατέθεσαν τὰ ὅπλα. (Ὁ Σολιώτης διέπρεψεν ὁπωσοὺν ὡς ἀξιωματικός, οἱ δὲ φίλοι του ἐκαυχῶντο ὅτι ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος ὅστις ἔχυσε Τουρκικὸν αἷμα κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν).

Τὰ συμβάντα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸν Γερμανὸν καὶ τοὺς προὔχοντας τῆς Ἀχαΐας συχνὰ ἀναφέρονται ὡς τὰ πρῶτα ἐπαναστατικὰ κινήματα. Ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶνε ὅτι ὁ λαός, τῇ εἰσηγήσει τῶν Φιλικῶν, ἔλαβε τολμηρῶς τὰ ὅπλα ἐνῷ οἱ ἀνώτεροί του ἐχρονοτρίβουν.   

(Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, μετ. Ἀλ. Παπαδιαμάντη, σελ. 193)

7) ΙΩΑΝΝΗΣ (ΓΕΝΝΑΙΟΣ) ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ (1806-1868)

Οἱ προύχοντες τῆς Ἀχαΐας παντοίας προφάσεις μεταχειρισθέντες δὲν ἀπῆλθον εἰς Τρίπολιν. Ἀλλὰ συσκεφθέντες εἰς τὴν Ἁγίαν Λαύραν ἀπεφάσισαν τὴν 19 Μαρτίου νὰ καταφύγωσιν εἰς ὀχυρὰ μέρη, φρουρούμενοι ὑπὸ ὁπλοφόρων, μέχρις οὗ λάβωσι βεβαίας πληροφορίας περὶ τῶν διατρεχόντων ὑπὸ τῶν ἀπεσταλμένων, νὰ συνεννοηθῶσι δὲ καὶ μὲ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας καί, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἢ νὰ κινήσωσι τὸν πόλεμον ἢ ν᾿ ἀναχωρήσωσιν ἐκτὸς τῆς Πελοποννήσου, ὡς περὶ τούτου ἀναφέρει καὶ ὁ Π. Πατρῶν εἰς τὸ ὑπόμνημά του. Ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ Ν. Σολιώτης ἐφόνευσε τοὺς Τούρκους χαρατσίδας ἄνευ τῆς γνώσεως τῶν προκρίτων εἰς τὸν Δῆμον Νωνάκριδος.

(Ἑλληνικὰ Ὑπομνήματα, σελ. 4)

Β΄ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟΙ

8) ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ (1815-1891)

Καὶ αὐτοὶ μὲν [οἱ Σύνεδροι τῆς Μυστικοσυνελεύσεως τῆς Βοστίτσης] ἐταλαντεύοντο ἔτι· ἀλλ᾿ ὁ Φλέσσας καταπείσας τὸν Ν. Σολιώτην νὰ τολμήσῃ τὰς πρώτας ἐν τῇ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων ἐχθροπραξίας, περιήγαγε τὸν Ἀσημάκην Ζαΐμην καὶ κατόπιν ὅλους τοὺς λοιποὺς εἰς ἀνάγκην νὰ παρακολουθήσωσι τὸ ρεῦμα.

(Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους τ. Ε΄, σελ. 722)

9) ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΟΥΔΑΣ (1816-1882)

Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν ὅτι κατὰ πρῶτον ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821 ἐξερράγη ἐν τοῖς ὀρεινοῖς δήμοις τῆς Ἐπαρχίας Αἰγιαλείας καὶ πρῶτον ἐκεῖ ἐφονεύθη Τοῦρκος. Ὥστε ἡ ἐπαρχία αὕτη δικαίως κατάλέγεται ἐν ταῖς ἱστορικαῖς τοῦ Ἔθνους ἐπαρχίαις.

(Βίοι Παράλληλοι, τ. Η΄. σελ. 330)

10) KARL MEDELSSOHN BARTOLDY (1838-1897)

Τοιουτοτρόπως ἡ ὁρμὴ τοῦ κινήματος συμπαρέσυρε καὶ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους τῆς μεμετρημένης καὶ περιεσκεμμένης ἐνεργείας, οἵτινες πρὸ μικροῦ ἔτι εἶχον κηρύξει ἐν Αἰγίῳ τὴν προσδοκίαν ὡς τὴν καλλίστην πολιτικήν· οὐδεμία δὲ πλέον ἐπεδέχετο ἀναβολὴν ἡ ἀνυπομονησία καὶ τὸ φιλοπόλεμον τῆς ριζοσπαστικῆς μερίδος. Λῃστρικαὶ ἐπιδρομαὶ καὶ μεμονωμένοι φόνοι προαγγέλοντες κατὰ τὰ τέλη Μαρτίου τὴν ἔκρηξιν τῆς ἐπαναστάσεως, ὑπῆρξαν οἱ σπινθῆρες οἱ πεσόντες ἐπὶ τῆς ἤδη συνεσωρευμένης εὐφλέκτου ὕλης. Ὁ δὲ ἀκατάσχετος Παπᾶ Φλέσας, ἀνησυχῶν πάντοτε, μήπως ἡ μετριοπαθὴς μερὶς βραδύνῃ ἔτι μᾶλλον καὶ ἐξακολουθῇ ἀνωφελῶς διασκεπτομένη κατέπεισε γενναῖόν τινα καὶ τολμηρὸν φίλον του, τὸν Ν. Σολιώτην, νὰ ἀρχίσῃ αὐτὸς διά τινος βιαιοπραγίας. Ὁ ἀνδρεῖος κλέφτης, ἐνεδρεύσας μετά τινων ἄλλων τολμηρῶν του συντρόφων παρὰ τὰς πύλας τοῦ Ἀγριδίου, ἐπέπεσε κατὰ 8 διερχομένων Τούρκων εἰσπρακτόρων καὶ ἐφόνευσε αὐτούς. Ἡ πατριωτικὴ αὕτη ἀπαρχὴ τόσον ἐπεδοκιμάσθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὥστε οἱ ὁπλοφόροι τοῦ Σολιώτου ηὔξησαν εἰς 300. Μετὰ τρεῖς ἡμέρας προσέβαλε πλησίον τῆς Βερσοβᾶς ἀπόσπασμα 60 Ἀλβα-νῶν πορευομένων εἰς Τρίπολιν, καὶ ἠνάγκασεν αὐτοὺς νὰ παραδοθῶσι μετὰ βραχεῖαν ἀλλὰ πεισματώδη ἀντίστασιν. Ὁ Σολιώτης συνεπῶς ἐφημίσθη βραδύτερον ὡς ὁ πρῶτος Ἕλλην ὅστις ἔχυσε τουρκικὸν αἷμα κατὰ τὴν ἐπανάστασιν.

(Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, μετ. Ἠλ. Οἰκονομοπούλου, σελ. 294-295)

11) ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (1861- 1939)

[Ὁ Χρῆστος Σολιώτης] εἶναι υἱὸς τοῦ Νικολάου Σολιώτου, ἐκ Σόλου Πελοποννήσου πρωταθλητοῦ τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, διαπρέψαντος καθ᾿ ἅπαντα τὸν ἀγῶνα. Ἐνῷ οἱ προὔχοντες συνεζήτουν ἔτι ἐὰν πρέπῃ ν᾿ ἀρχίσῃ ἢ ὄχι ἡ ἐπανάστασις, ὁ γενναῖος Νικόλαος Σολιώτης ἔδωκε τέρμα εἰς ἀγόνους καὶ εὐτελεῖς συζητήσεις ἀρξάμενος μετ᾿ ἐπιτυχίας τοῦ πυρός, ἀπὸ τὰς ἀρχὰς Μαρτίου 1821, ὅτε ἐπετέθη κατὰ τουρκικοῦ σώματος. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἡ ἐπανάστασις ἦτο πλέον γεγονός.

(Ἱστορία τοῦ συγχρόνου Ἑλληνισμοῦ, τ. 2, σελ. 331)

  12) ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1884-1967)

Τὰ ἐπαναστατικὰ γεγονότα ἐπῆλθον ταχύτατα. Κατὰ τὴν 12ην Μαρτίου ὁ Σολιώτης καὶ ὁ Κορδῆς μαζὶ μὲ ἄλλους καὶ κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Χαραλάμπη ἐκτύπησαν εἰς τὸ Ἀγρίδι τοὺς εἰσπράκτορας καὶ τοὺς ταχυδρόμους τοῦ καϊμακάμη πρὸς τὸν Χουρσίτ, καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν μέραν κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ Ἀσημάκη Ζαΐμη ὁ ἐκ τῆς σωματοφυλακῆς του Χονδρογιάννης, ὁ Λαμπρούλιας, ὁ Ντόλκας, ὁ Δημόπουλος καὶ ἄλλοι προσέβαλαν συνοδείαν τοῦ σπαῆ Σεϊδῆ ἀπὸ τὸ Λάλα μεταφέρουσαν χρήματα τοῦ δημοσίου.

(Ἱστορία τῆς Νεωτέρας Ἑλλάδος, τ. 1, σελ. 115)

Κατὰ τὴν 21ην Μαρτίου συνεγκεντρώθησαν εἰς τὴν μονὴν τῆς Ἁγίας Λαύρας ὁ Σ. Θεοχαρόπουλος, ὁ Ν. Σολιώτης, ὁ Ἰω. Παπαδόπουλος καὶ οἱ Βασίλ. καὶ Νικ. Πετμεζᾶς καί, παραλαβόντες ἕνα μικρὸν κανόνι τῆς μονῆς καὶ μὲ σημαίαν ἐπὶ κοντοῦ τὴν ἐπὶ τῆς Ὡραίας Πύλης εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὥρμησαν μὲ τοὺς ἀνθρώπους των κατὰ τῶν Καλαβρύτων. Ὁ βοεβόδας καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ Τοῦρκοι παρεδόθησαν ἀμέσως. 

   (Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, τ. 1, σελ. 116)

13) ΓΙΑΝΗΣ ΚΟΡΔΑΤΟΣ (1891-1961)

Δὲν πέρασαν πολλὲς μέρες καὶ τὸ ντουφεκίδι ἄρχισε. Ὁ Παπαφλέσσας βλέποντας τοὺς πιὸ πολλοὺς προεστοὺς καὶ Δεσποτάδες νὰ πηγαίνουν στὴν Τριπολιτζὰ ἀναγκάστηκε νὰ σπρώξει τὰ πράγματα, γιατὶ ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ γίνουν καὶ ἄλλες προδοσίες καὶ νὰ  τὸν πιάσουν οἱ Τοῦρκοι.

Ἔβαλε λοιπὸν τὸ φίλο του Ν. Σολιώτη νὰ  χτυπήσει τοὺς Τούρκους. Ὁ Σολιώτης μὲ τὸν Ἀνδ. Πετμεζᾶ ἔκαναν καρτέρι στὸ δρόμο Καλαβρύτων-Τριπολιτζᾶς καὶ στὶς 15 Μάρτη σκότωσαν δύο Τριπολιτζιῶτες σπαχῆδες κοντὰ στὸ Λίβαρτσι. Ἐπίσης τὴν ἴδια ἢ τὴν ἄλλη μέρα σκοτώθηκαν καὶ μερικοὶ γυφτοχαρατζῆδες κοντὰ στὸ Ἀγρίδι καὶ τρεῖς τάταροι (ταχυδρόμοι).

Ἔτσι τὸ τουφεκίδι ἄρχισε καὶ τουρκικὸ αἷμα χύθηκε. Οἱ Τοῦρκοι στὰ Καλάβρυτα κλειστήκανε στοὺς πύργους τους, γιατὶ οἱ διαδόσεις ἦταν πολλές. Ἦταν φυσικὸ οἱ Τοῦρκοι νὰ ἐξαγριωθοῦν καὶ νὰ πάρουν τὰ μέτρα τους. Ἡ ἐπαναστατικὴ αὐλαία σηκώθηκε ἀπὸ τὸ Σολιώτη. Οἱ προύχοντες ἦταν τώρα ὑποχρεωμένοι νὰ πολεμήσουν γιὰ νὰ σώσουν τὸ κεφάλι τους. Ἐξὸν ἂν παίζανε φανερὰ τὸ ρόλο τοῦ προδότη. Μερικοὶ τὸν ἔπαιξαν. Οἱ ἄλλοι ὅμως, εἴτε γιατὶ ντρέπονταν, εἴτε γιατὶ πίστευαν πὼς πίσω ἀπὸ τὴν Φιλικὴ Ἑταιρία ἦταν ἡ Ρωσία, δίστασαν νὰ γίνουν δήμιοι τῶν φίλων, τῶν συγγενῶν καὶ γνωστῶν τους. Κι ἀκόμα εἶχαν τὸ φόβο πὼς οἱ Τοῦρκοι δὲν θὰ τοὺς πίστευαν. Ἀφοῦ λοιπὸν χύθηκε τὸ πρῶτο αἷμα, οἱ Καλαβρυτινοὶ προύχοντες πῆραν τὰ ὅπλα  καὶ χτύπησαν τοὺς Τούρκους. Ὁ Χαραλάμπης καὶ οἱ Πετμεζάδες ὅπλισαν τοὺς δικούς τους, κατέβηκαν στὰ Καλάβρυτα καὶ ἀνάγκασαν τοὺς Τούρκους νὰ παραδοθοῦν. Αὐτὲς τὶς μέρες ξεκίνησε καὶ ὁ μεγάλος κοτζάμπασης τῆς Κορίνθου, Νοταρᾶς, νὰ πάει στὴν Τριπολιτζᾶ καὶ ἅμα ἔμαθε στὸ δρόμο πὼς ἄρχισε τὸ ντουφεκίδι, ἀγανακτισμένος εἶπε: «Ἀνάθεμα στοὺς ψευτοκαλαβρυτινούς. Ἐπῆραν τὸν κόσμο στὸ λαιμό τους· καὶ κάνουν τώρα ὅπως καὶ στὴν ἄλλη ἐπανάσταση (=τοῦ 1770)· ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ γυρίσω πίσω· ἐσυγχώρησα τὴ φαμίλια μου καὶ πηγαίνω νὰ γλυτώσω τὸν κόσμο καὶ τὸ δικό μου κεφάλι. Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε γιὰ τέτοια πράγματα (ἐπαναστασεις). Νὰ τοὺς πῆτε πὼς ὁ ραγιᾶς καλὰ περνάει καὶ νὰ καθίσουν ἥσυχοι (Φωτάκου: «Ἀπομν.», 70). Μὲ τὸ Νοταρᾶ ἦταν κι ἄλλοι σύμφωνοι  ἀλλ᾿ ἦταν πιὰ ἀργὰ γιὰ νὰ προλάβουν τὴν ἐπανάσταση. Ὁ Παπαφλέσσας ἔπαιξε καλὰ τὸ ρόλο του. Ἀποδείχτηκε μπορλοτιέρης ποὺ δὲν εἶχε ὅμοιό του. Ἂν καὶ αὐτὸς ἦταν ἡ κινητήρια δύναμη, οἱ Τοῦρκοι δὲν τὸν πῆραν χαμπάρι.

(Μεγάλη ἱστορία τῆς Ἑλλάδας, τ.10, σελ. 183-184)

14) ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ (1898-1988)

Ἄλλες ὅμως ἦταν οἱ βουλὲς τοῦ Παπαφλέσσα. Φεύγοντας ἀπὸ τὴ Βοστίτσα τραβᾶ στὰ Καλάβρυτα. Ἡ ἄρνηση τῶν κοτζαμπάσηδων καὶ τῶν δεσποτάδων τὸν πίκρανε, μὰ δὲν τὸ λύγισε. Ἡ προσπάθεια θὰ ἦταν δύσκολη, μὰ ἔπρεπε νὰ τὴ βγάλει πέρα. Οἱ κεφαλὲς δίσταζαν, ὅπως φοβόνταν μὴ χάσουν τὰ καλά τους. Ἦταν ὅμως ὁ λαός. Σ᾿ αὐτὸν θ᾿ ἀναζήταγε τώρα τὴ βοήθεια, ποὺ δὲν τοῦ δώσανε ἐκεῖνοι. Καὶ ἡ τύχη τοῦ στάθηκε εὐνοϊκή. Ἐκεῖ στὰ Καλάβρυτα συνάντησε ἕναν ἄσημο Φιλικό, τὸν Νικόλα Σολιώτη. Ἦταν μετζίλης, ταχυδρόμος, δηλαδή. Ἔτσι, ὄχι μονάχα βρισκόταν σὲ δοσοληψίες μὲ τοὺς Τούρκους, παρὰ εἶχε καὶ τὸ λεύτερο νὰ γυρίζει ἀρματωμένος.

Ὁ Παπαφλέσσας δὲν ἄργησε νὰ καταλάβει πὼς στεκόταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ γύρευε. Τοῦ φανέρωσε τὸ καθετί.

– Οἱ προεστοὶ δὲ θένε τὸ σηκωμό, τοῦ λέει.

Κι ὁ Σολιώτης τοῦ ἀποκρίνεται:

– Καὶ ποιός τοὺς ἀκούει αὐτούς! Ἄσε τους νὰ παίζουν τὸ κρυφτούλι μὲ τὸν Τοῦρκο. Ἔχω πρόθυμα παλικάρια κι ὅποτε μὲ προστάξεις ἀνοίγω ντουφέκι.

Ὁ Παπαφλέσσας τοῦ ἐμπιστεύεται τὸ ρόλο τοῦ πυροδότη τοῦ σηκωμοῦ […]

Τὸ πρῶτο καριοφίλι τοῦ Εἰκοσιένα τὸ βρόντηξε, στὶς 16 τοῦ Μάρτη 1821, ὁ Νικόλαος Σολιώτης, ποὺ τὸν εἴδαμε νὰ σμίγει μὲ τὸν Παπαφλέσσα στὰ Καλάβρυτα καὶ νὰ τοῦ τάζει πὼς βρισκόταν ἕτοιμος νὰ κάνει τὴν ἀρχή. Χτύπησε «ἄνευ τῆς γνώμης τῶν προκρίτων», στὸ Ἀγρίδι τρεῖς γυφτοχαρατζῆδες καθὼς καὶ τρεῖς μετζίληδες, ταχυδρόμους, δηλαδή, μὲ γράμματα τοῦ καϊμακάμη τῆς Τριπολιτσᾶς στὸν Χουρσίτ, τὸν ἀρχιστράτηγο ποὺ πολιορκοῦσε στὰ Γιάννενα τὸν Ἀλήπασα. Ξεπάστρεψε κι ἄλλους ἐφτὰ ἀκομα Τούρκους ἀπὸ τὰ χωριὰ τοῦ Ἀρφαρᾶ στὰ Χάσια.

(Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821, τ.1, σελ.18 & 30)

15) ΤΑΚΗΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ (1902-1979)

Ὅμως τὰ γεγονότα εἶχαν εἶχαν προχωρήσει πολὺ γιὰ νὰ ἀναχαιτισθεῖ ὁ λαὸς μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Ἐπισκόπων καὶ τῶν προεστῶν, ποὺ ἤθελαν νὰ μὴ δώσουν «αἰτίαν τινὰ» στοὺς Τούρκους. Κι᾿ ἐνῶ αὐτοὶ ἐκρύβονταν «πεφοβισμένοι εἰς μέρη ἀσφαλῆ», ὁ κλέφτης Ν. Σολιώτης συναγροικημένος μὲ τὸν Παπαφλέσσα, ἐσκότωνε τοὺς πρώτους Τούρκους στὸ Ἀγρίδι, τ᾿ Ἀρφαρὰ καὶ τὰ Βερσεβὰ (16 καὶ 18 τοῦ Μάρτη), καὶ σὲ λίγο, μαζὶ μὲ τοὺς Πετιμεζαίους ἐπολιορκοῦσε τὸ διοικητή τους στὰ  Καλάβρυτα.

(Ὁ Γερμανὸς χωρὶς θρῦλο, σελ.20)

16) ΒΑΛΕΡΙΟΣ ΜΕΞΑΣ (1904-1937)

Ὁ Χριστοδούλου ἐγκατεστημένος στὰ Καλάβρυτα ἦταν γνωστὸς ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Σολιώτης. Αὐτὸς δὲ πρῶτος ἔδωσε τὸ σύνθημα τῆς κηρύξεως τῆς ἐπαναστάσεως στὰς 14 Μαρτίου εἰς τὴν θέσι Πόρταις καὶ εἰς τὰς 16 τοῦ ἰδίου μηνὸς κοντὰ εἰς τὸ χωριὸ Βερσοβά, ὅπου μὲ τοὺς Πετμεζαίους ἐφόνευσε 28 Ὀθωμανοὺς ποὺ πήγαιναν στὴν Τριπολιτζᾶ.

(Οἱ Φιλικοί, σελ. 55)

17) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ (τόμος ΙΒ΄)

Ὁ Παπαφλέσσας, ἀπογοητεύμενος ἀπὸ τὴν ἀντίδραση ποὺ βρῆκε στὴν Βοστίτσα, ἔφθασε στὴν ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων, ὅπου συνάντησε τὸν ἔμπιστο τοῦ Σωτ. Χαραλάμπη Φιλικὸ Νικόλαο Σολιώτη, ὁ ὁποῖος ὡς ταχυδρόμος εἶχε ἄδεια ὁπλοφορίας καὶ εἶχε ἤδη συγκεντρώσει γύρω του μιὰ ὁμάδα ψυχωμένων παλικαριῶν. Αὐτὸς ἐνθάρρυνε τὸν Παπαφλέσσα καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ κινηθῆ μόλις λάβη τὸ σύνθημα τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπαναστάσεως […]

(σελ. 80)

Τότε, ἀπὸ τὰ μέσα ὡς τὶς 20 Μαρτίου, ἔγιναν μερικὲς μεμονωμένες ἐπιθέσεις ἐναντίον Τούρκων στὴν ἐπαρχία Καλαβρύτων, ποὺ πρόσθεσαν πολὺ μεγάλη ἔνταση στὴν ἤδη τεταμένη ἀτμόσφαιρα καὶ ἀποτέλεσαν τὸν σπινθήρα γιὰ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπαναστάσεως στὴν περιοχή. Παρόμοια ἐπεισόδια ἔγιναν καὶ σὲ ἄλλες ἐπαρχίες τῆς Πελοποννήσου, ἰδίως στὴ Μεσσηνία.

Ὑπάρχουν συγχύσεις στὰ ἀπομνημονεύματα τῶν ἀγωνιστῶν γιὰ τὸν χρόνο, τὸν τόπο καὶ τὸν σκοπὸ τῶν ἐπιθέσεων αὐτῶν. Εἶναι ὅμως πιὰ ἐξακριβωμένο ὅτι ἔγιναν ἀπὸ τὶς 14 ὥς τὶς 20 Μαρτίου καὶ προῆλθαν ὣς ἕνα βαθμὸ τουλάχιστον ἀπὸ τὴν πρόθεση νὰ παραμερισθοῦν οἱ δισταγμοὶ ὁρισμένων προυχόντων.

Ὁ Νικόλαος Σολιώτης, ὁ μυημένος στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία ταχυδρόμος ποὺ τὸν εἶχε συναντήσει στὰ Καλάβρυτα ὁ ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς συσκέψεως τῆς Βοστίτσας Παπαφλέσσας, τήρησε τὴν ὑπόσχεση ποὺ τοῦ ἔδωσε τότε καὶ πρῶτος σήκωσε τὰ ὅπλα ἐναντίον τῶν Τούρκων. Στὶς 14 Μαρτίου τοῦ 1821, ὅπως ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος σὲ ἀπομνημονεύματά του, ἔστησε ἐνέδρα καὶ κτύπησε στὶς Πόρταις, κοντὰ στὸ Ἀγρίδι, τοὺς ταχυδρόμους ποὺ  μετέφεραν ἐπιστολὲς τοῦ καϊμακάμη Σελὴχ στὸν Χουρσὴτ στὰ Ἰωάννινα. Μετὰ τὸ πρῶτο ἐπεισόδιο τοῦ Ἀγῶνος, στὸ Ἀγρίδι, ἐπακολούθησε στὶς 16 ἢ 18 Μαρτίου ἡ ἐπίθεση, μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ζαΐμη, τῶν Χονδρογιανναίων ἐναντίον τοῦ εἰσπράκτορα Σεϊδῆ Λαλιώτη, ποὺ μετέφερε μαζί μὲ τὸν καταγόμενο ἀπὸ τὴ Βυτίνα, τραπεζίτη Νικ. Ταμπακόπουλο,δημόσια χρήματα ἀπὸ τὰ Καλάβρυτα στὴν Τριπολιτσά. Ἡ ἀπόπειρα ἔγινε στὴν τοποθεσία Χελωνοσπηλιὰ κοντὰ στὶς Κατσάναις.

(σελ. 82)

18) ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (1909-2000)

«Ὅλα εἶναι εὔφλεκτα. Δὲν λείπει παρὰ μόνο ἡ σπίθα ποὺ θ᾿ ἀνάψει τὴ μεγάλη φωτιά. Καὶ τὴν σπίθα αὐτή, δηλαδὴ τὸν πρῶτο πυροβολισμὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τὸν ρίχνει στὶς 14 Μαρτίου ὁ παλιὸς κάπος (κλέφτης) Νικ. Χριστοδούλου ἢ Σολιώτης […] ἐπιστάτης τῶν τότε ταχυδρομείων (μεζιλτζής). Παρακινημένος ἀπὸ τὸν ὁρμητικὸ Παπαφλέσσα νὰ κάνει τὴν ἀρχὴ τῆς ἀνταρσίας, γιὰ νὰ ἐνοχοποιήσει τὴν ἐπαρχία Καλαβρύτων κι ἔτσι νὰ βάλει τέλος στὴν ἀναβλητικὴ πολιτικὴ τῶν κοτζαμπάσηδων τῆς Ἀχαΐας, στήνει μὲ μερικοὺς ἄλλους καρτέρι στὴ θέση Πόρτες κοντὰ στὸ χωριὸ Ἀγρίδι καὶ σκοτώνει τρεῖς Τούρκους εἰσπράκτορες (γυφτοχαρατζήδες) ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὴν Τριπολιτσά».

(Ιστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τόμος Ε΄ σελ. 328)