Λεύκωμα Αλεξάνδρας Θεοδωροπούλου

Ἔχεις ἀλλοιώτικη ψυχὴ καὶ μὲ καμμιὰ δὲν μοιάζεις.

Ἔχεις χαρὰ ᾿ς τὰ χείλη σου ἐν ᾧ ἀναστενάζεις

Mὲ κρυσταλλένια δάκρυα τὰ μάτια σου ποτίζεις

καὶ μὲ γλυκὸ χαμόγελο τὴν ὄψιν σου φωτίζεις

κι ἀντίκρυ ᾿ς τὸ χαμόγελο τὰ δάκρυα ἐκεῖνα

μοιάζουν σ’ ἂν διαμαντόπετραις ᾿ς τοῦ Ἥλιου τὴν ἀκτίνα.


Καλάβρυτα τῇ 21 Ἰουνίου 1890

Α[ντώνιος] Πετμεζᾶς

——————-

Ἐνθύμησις… λέξις ἀφῃρημένη,

Ἣν γράφομεν εἰς τὸ χαρτὶ καὶ αἰωνία μένει,

Ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν μπορεῖ ὁ χρόνος μας ν᾿ ἀφήσῃ,

Αὐτὴ μονάχη δύναται τοὺς χρόνους μας νὰ κλείσῃ.

Ἀθήνησι, 6 Μαρτίου 1910

Εὐστάθιος Ν. Σολιώτης

———————-

Καλύτερη περιγραφὴ ποτέ της δὲν ἐστάθη

ἀπ᾿ τὸ τετράστιχο αὐτὸ τοῦ θείου μας τοῦ Στάθη.

Ἀλλὰ θαρρῶ πῶς ἤτανε κι᾿ ἐκεῖνος ὡρισμένος,

καθὼς καὶ ἡ ἐνθύμησις… πολὺ ἀφῃρημένος.

———————

Καὶ σένα ποὺ διώρθωσες τὸν φίλτατο Σολιώτη

ἕνας ποὺ δὲν τὸ διάβασε σὲ εἶπε Ἰσκαριώτη.

————— 

Καὶ μᾶς ἐφώναξε

ἰδέτε τὸν προδότη ποὺ

τόλμησε κ’ἐχάραξε τ’ ὄνομα

τοῦ Σολιώτη.

Ἰουλία Ν. Σολιώτου

————–

Ἀλλὰ δὲν ἤλπισα ποτὲ ποῦ θὰ βρεθοῦνε τόσοι

συνήγοροι  τοῦ θείου τους μὲ τόση λίγη γνῶσι.

———-

Τί ἐπεισόδια εἶνε αὐτὰ

σὲ τούτη τὴν σελίδα ;

Τὸ διάβολό της εὕρηκε

ἡ δόλια ἡ γραφίδα.

Ι. Ν. Σ.

——–

Τῇ ἀγαπητή μοι ἐξαδέλφη

Ἐὰν κατὰ περίστασιν ποτὲ τὸ λεύκωμά σου ἀνοίξῃς,

τοὺς δὲ ὡραίους ὀφθαλμοὺς εἰς τὰς γραμμάς μου ῥίψῃς.

Ὑπάρχει ἔτι εἰς τὴν γῆν ; Ποῦ εἶνε καὶ τί κάμνει ;

Ἐρώτησον, εἶν’ εὐτυχὴς ἢ ἔχει ἀποθάνει ;

Ἡ ἀγαποῦσά Σε ἐξαδέλφη σου.

Ἰουλία Ν. Σολιώτου.

——

Ἂν γράψω λόγια μοναχὰ εἰς τὴν ψυχράν σου ὄψιν,

ἄρα θὰ μείνωσιν ἐδῶ, αἰώνια χαραγμένα ;

Εἶναι ἓν δίλημμα αὐτό. Ὅταν σκεφθῇς καὶ κόψῃς

γοργὰ-γοργὰ νὰ ἔρχηται σἂν χρόνια περασμένα.  

Ἀλλοίμονον ! Εἰς τὴν ζωὴν ἂν κἄτι συμβολίζῃ

θὰ εἶναι ὁ συμβολισμὸς τοῦ βίου μιὰ σελίδα  ;

θὰ εἶναι, λέγω, δυνατὴ τὸ ἄψυχον νὰ ζήσῃ ;

Ἰδοὺ τὸ δίλημμα αὐτό, ὅπου ποτὲ δὲν εἶδα.

Ἀθῆναι 19 Ἀπριλίου 1912

Ἑλένη Σολιώτου

——

Τῇ ἀγαπητῇ μοι ἐξαδέλφη

Ἰδού, ἀνέλαβα κι᾿ ἐγώ, ἐξαδέλφη, τὴν γραφίδα

νὰ γράψω ὅ,τι σκέπτομαι εἰς ταύτην τὴν σελίδα.

Τὸ ἐννοῶ, οἱ στίχοι μου πῶς δὲν εἶναι ὡραῖοι,

πλὴν μ᾿ εἶναι ἀδιάφορον, ἡ μοῦσα δὲν μὲ ἐμπνέει.

Τὸ λέγω, δὲν εἶμαι ποιητής. Νὰ ψάλλω δὲν γνωρίζω,

ἀλλ᾿ ὅτι ἡ καρδία μου μοὶ λέγει ψιθυρίζω.

Ὤ ἄκουσόν μου, ἄκουσον, ἀδελφικὴ καρδία,

σοὶ εὔχομαι ἀείποτε νὰ ζῇς ἐν εὐτυχίᾳ.

Εἴθε τὰ δῶρα τοῦ οὐρανοῦ, τῆς γῆς, τοῦ παραδείσου

νὰ στέφουν τὰς εὐδαίμονας ἡμέρας τῆς ζωῆς σου.

Σοὶ εὔχομαι τὸ μέλλον ἀνέφελον κι᾿  ὡραῖον,

πλῆρες χαρᾶς, ἀδάκρυτον καὶ εὐτυχίας πλέον.

Εὐτυχὴς αὗτη ἡ εὐχή μου ἡ θερμοτέρα καὶ ἡ μόνη

ἣν σ᾿ ἀποστέλλει ἡ ψυχή μου, εὐτύχει καὶ μὴ μὲ λησμόνει !

Ἂν θέλῃς νὰ μὴ λησμονῇς ποτὲ τὸ ὄνομά μου,

ῥίπτε ἓν βλέμμα κάποτε σ᾿  αὐτὸ τὸ ποίημά μου.

Ἡ ἀγαποῦσα σε Ἰουλία

——

Ἀγαπητή μοι, Ἀλεξάνδρα

Ὅπου, Ἀλεξάνδρα μου, ἀπομακρυνθῇς,

ὅπου καὶ ἂν κατοικήσῃς,

μὴ τὰς στιγμὰς τὰς εὐτυχεῖς,

ἐκείνας λησμονήσῃς.

Καθὼς ἐζήσαμε μαζύ,

ἡ μιὰ κοντὰ στὴν ἄλλην,

εἰς τῆς φιλίας τὴν γλυκειὰ

παρήγορον ἀγκάλην.

Στρέψε τὸν νοῦν σου πρὸς αὐτὰς

καὶ διάκοψε μὲ πόνον

καὶ ἐνθυμοῦ ἐξαδέλφη μου

τὸν παρελθόντα χρόνον.

Ἐνθυμοῦ τὴν ἐξαδέλφην σου

Ἰουλία Ν. Σολιώτου

Υπό κατασκευή