~ Βιογραφία ~
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ἢ ΣΟΛΙΩΤΗΣ
Ὑπὸ Χ. ΣΟΛΙΩΤΗ Άρχιπλοιάρχου Β.Ν. ἐ.ἀ.
Ἡ κατωτέρω συνοπτική βιογραφία τοῦ Νικολάου Χριστοδούλου ἢ Σολιώτη – ὡς ἐγένετο εὐρύτερον γνωστὸς λόγῳ τῆς καταγωγῆς του ἐκ τοῦ χωρίου Σόλος τῶν Καλαβρύτων – παρέχει μίαν ἀρκετὰ ἐναργῆ εἰκόνα τῆς φυσιογνωμίας τοῦ πρωταγωνιστοῦ αὐτοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἀνεπιφυλάκτως ἐπαινεθεὶς καὶ ἐμφαντικῶς μνημονευθεὶς ἀπὸ ὅλους τους ἱστορικοὺς καὶ βιογράφους τῆς πρώτης μετεπαναστατικῆς περιόδου, ἐν τούτοις σήμερον παραμένει ἄγνωστος εἰς τὸ πολὺ κοινόν, καὶ μόνον οἱ νεώτεροι μελετηταί, ὄντες πλέον ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὴν ἀχλὺν τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐκ τῶν συμφερόντων καὶ ἀντιζηλιῶν τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀνυποκρίτως καὶ ἐνίοτε μετ᾿ ἐκπλήξεως ἀνασύρουν τὸν πέπλον τῆς λήθης καὶ ὑπογραμμίζουν τὸν πραγματικὸν ρόλον, τὸν ὁποῖον ὁ Νικόλαος Σολιώτης διεφραμάτισεν εἰς πολλὰς κρισίμους φάσεις τοῦ ἀγῶνος καὶ ἰδίᾳ κατὰ τὴν ἔναρξίν του.
Ἡ μελέτη τῆς βιογραφίας καὶ τῶν περιστατικῶν τῆς δράσεως τοῦ Σολιώτη μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἐτήρησε μὲ συνέπειαν ἔναντι τῶν γεγονότων, τὸ μεγαλεῖον τῆς ψυχῆς του, τὴν ἀκλόνητον πίστιν αὐτοῦ εἰς τὰ πεπρωμένα τῆς φυλῆς καὶ τὴν ἀνιοδετελῆ πρόθεσίν του νὰ συμβάλῃ ἀντὶ πάσης θυσίας εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους.
Οἱ σύγχρονοι ἱστορικοὶ τῆς Ἐπαναστάσεως τὸν περιγράφουν ὡς ἄνδρα μὲ τίμιον καὶ ἀκέραιον χαρακτῆρα, ἐνθουσιώδη πατριώτην καὶ προικισμένον μὲ ἡγετικὰ προσόντα. Ἡ ἡμερομηνία τῆς γεννήσεώς του δὲν μᾶς εἶναι γνωστή, ἀλλ᾿ ὑπολογίζεται περὶ τὸ 1785. Οὗτος εἶχε νυμφευθῆ τὸ 1816 τὴν Βασιλικὴν τὸ γένος Μέγαρη, οἰκογενείας ἐκ Κερπινῆς ἀλλ᾿ ἐγκατεστημένης εἰς Τεργέστην. Ἐμυήθη ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν Φιλικὴν Ἑταιρείαν ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ προεστοῦ τῆς Κορίνθου Θεοχάρη Ρέντη, ὁ ὁποῖος ἦτο πιθανώτατα καὶ συγγενής του.
Παρ’ ὅλον τὸ μῖσος τὸ ὁποῖον ᾐσθάνετο κατὰ τῶν Τούρκων, εἶχε κατορθώσει νὰ προσελκύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην των, ὥστε νὰ τὸν διορίσουν «μελιτσῆν», δηλαδὴ ὑπεύθυνον τῆς ἀσφαλείας τῶν τεχυδρομείων τῆς περιοχῆς. Ἡ ἰδιότης αὕτη τοῦ παρέσχε δύο σημαντικὰ πλεονεκτήματα, ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τοῦ νὰ κινῆται ἐλευθέρως, χωρὶς εἰδικὴν ἄδειαν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου τοῦ νὰ ὁπλοφορῇ φανερὰ καὶ ὁ ἴδιος καὶ οἱ ὑπὸ τὰς διαταγάς του ἄνδρες. Ταῦτα τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ προετοιμάζεται ἀνενόχλητος διὰ τὴν Ἐπανάστασιν καὶ νὰ εὑρεθῇ ἔχων ἀρκετοὺς ἐμπίστους ἐνόπλους ἵνα κινηθῇ, ὡς καὶ ἔπραξεν ἐκ τῶν πρώτων.
Ἀπὸ τοῦ στόματος τῆς Μαγδαληνῆς, χήρας τοῦ ἀδελφοῦ του Σωτήρη Σολιώτη, διεσώθη ἀφήγημα περιγράφον τὴν συνάθροισιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Σόλου τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1820, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ «Κυρ-Νικολάκης» ὡς ἄρχων τοῦ χωρίου ἔκαμε πρώτην νύξιν εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους διὰ τὴν ἀνάγκην συγκροτήσεως ἑνὸς σώματος ἐμπίστων διὰ τὴν ἀσφάλειάν των.
Ἀλλ᾿ ἤδη τὴν 5ην Ἰανουαρίου 1821 ὁ Γρηγόριος Δικαῖος – Παπαφλέσσας, κινούμενος ἀκόμη ἐν κρυπτῷ ἀπὸ Κορίνθου εἰς Καλάβρυτα, πρὸ τῆς συσκέψεως τῆς Βοστίτσης, καταλύει, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ὁ Σπηλιάδης, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Σολιώτη ὡς πᾶσαν ἐγγυωμένου ἀσφάλειαν. Μάλιστα, κατά τινα ἐκδοχήν, χωρὶς νὰ τὸν συναντήσῃ. Πάντως εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ Παπαφλέσσας συνηντήθη μὲ τὸν Σολιώτην εἰς τὰ Καλάβρυτα ἀμέσως μετὰ τὴν δραματικὴν σύσκεψιν (26 ἕως 30 Ἰανουαρίου) τῆς Βοστίτσης. Ὁ Φωτᾶκος καὶ ἐκ τῶν νεωτέρων ὁ Σπῦρος Μελᾶς τὴν συνάντησιν αὐτὴν τὴν περιγράφουν ὡς ἀποφασιστικὴν διὰ τὴν μετέπειτα στάσιν τοῦ Σολιώτη. Ὁ Φωτᾶκος λέγει συγκεκριμένως ὅτι ὁ Παπαφλέσσας τὸν ηὕρε κατηχημένον καὶ ἑτοιμασμένον καθ᾿ ὅλα, ἔξυπνον καὶ ἐπιδέξιον, πνέοντα ἐκδίκησιν κατὰ τῶν Τούρκων καὶ «ἐνθουσιάζοντα» τὸν Φλέσσαν νὰ κάμῃ τὴν ἀρχὴν εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, διὰ νὰ ἐνοχοποιηθῇ ὅλη ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων, καὶ οὕτω νὰ κοποῦν αἱ σχέσεις Τούρκων καὶ Ἑλλήνων. Καὶ πράγματι ὁ Παπαφλέσσας, μὴ ὢν καθ᾿ ὅλου ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴν ἀναβλητικὴν στάσιν τῶν προκρίτων κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν σύσκεψιν τῆς Βοστίτσης, ἀλλ᾿ ἐπιτυχὼν νὰ ἐκμαιεύσῃ τὴν ἐπίσπευσιν τῶν προετοιμασιῶν τοῦ Ἀγῶνος καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν νὰ μὴ μεταβοῦν εἰς Τριπολιτσάν, ἐὰν τυχὸν κληθοῦν ἐκεῖ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Ἀρχῆς, ἐγνώριζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ βασίζεται εἰς τὸν Σολιώτην καὶ ὅτι αὐτὸς τοὐλάχιστον θὰ ἤρχιζε τὸ τουφεκίδι εἰς τὴν περιοχήν.
Ἔτσι ὁ Σολιώτης – ἴσως πιθανώτατα καὶ χρηματοδοτηθεὶς ἀπὸ τὸν Παπαφλέσσαν – προετοιμάσθη νὰ πραγματοποιήσῃ μὲ τοὺς ἀνθρώπους του τὴν ἔκρηξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν εἰς τὴν περιοχήν του καὶ τὸν συναντῶμεν νὰ παρακάθηται εἰς τὰς ἀλλεπαλλήλους ἀγόνους συσκέψεις εἰς Ἁγίαν Λαύραν τῶν προεστῶν, ἱερωμένων καὶ ὁπλαρχηγῶν τῆς ἐπαρχίας ἀπὸ τὰς 9 μέχρι τὰς 13 Μαρτίου.
Κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην σύσκεψιν, γράφει ὁ Σπηλιάδης, ὁ Ν. Χ. Σολιώτης, αὐτήκοος γενόμενος τῶν γραφομένων ὑπὸ τοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη «Μὴ κάμετε κανὲν κίνημα, διότι ἀπόλλυνται οἱ ἐν Τριπολιτσᾷ ἀδελφοί μας», κινεῖται πρῶτος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων καί, ὡς λέγει ὁ Φωτᾶκος, βιασθεὶς μήπως προδοθῇ ἡ Ἑταιρεία καὶ οἱ Τοῦρκοι προφθάσουν καὶ πνίξουν τὴν μελετωμένην Ἐπανάστασιν, ἐνόμισε καλὸν ν᾿ ἀρχίσῃ αὐτὸς νὰ σκοτώνῃ Τούρκους.
Οὕτω λοιπόν, μεταξὺ τῆς 14ης καὶ τῆς 18ης Μαρτίου, ὁ Σολιώτης ἀρχίζει τὰς ἐχθροπραξίας μὲ τρεῖς χαρακτηριστικάς, καθαρῶς στρατιωτικάς, ἐνεργείας. Ἡ πρώτη ἐνέργεια, ἡ ὁποία καὶ τοῦ ἐχάρισε τὴν ἱστορικὴν δόξαν νὰ εἶναι ἰδικόν του καρυοφίλι, τὸ ὁποῖον ἐκρότησε πρῶτον εἰς τὴν Ἐπανάστασιν ἐναντίον τοῦ τυράννου – τοῦτο φυλάσσεται σήμερον εἰς τὸ Μουσεῖον τῆς Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας – εἶναι ἐνἐδρα τὴν ὁποίαν ἔστησε μὲ ἐννέα ἄνδρας του εἰς τὴν τοποθεσίαν Πόρτες Ἀγριδίου καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξώντωσε τρεῖς ἐπισήμους Τούρκους ταχυδρόμους «ἐσπὲχ» τοῦ Καϊμακάμη τῆς Τριπολιτσᾶς μετὰ τῆς ἐνόπλου συνοδείας των μεταβαίνοντες εἰς Ἰωάννινα πρὸς τὸν Χουρσὶτ Πασᾶν. Ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις εἶχεν ἐντοιχίσει, ὀλίγα ἔτη μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους, μίαν ἀναμνηστικὴν πλᾶκα τοῦ ἱστορικοῦ ἐκείνου γεγονότος, ἡ ὁποία ὅμως ἐθραύσθη ἀπὸ βανδαλισμὸν περὶ τὸ 1885. Εἰς τὴν θέσιν ταύτης εἰς τὶς Πόρτες τοῦ Ἀγριδίου, ἐτοποθετήθη τὸ 1960 νέα πλάξ, τῆς ὁποίας τὰ ἀποκαλυπτήρια εἰς ἐπίσημον τελετὴν ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ ἐν Ἀθήναις Συνδέσμου ὁ «Χελμὸς» τὴν 14ην Αὐγούστου 1960.
Δύο ἡμέρας μετὰ τὴν πρώτην αὐτὴν ἐπαναστατικὴν ἐνέργειαν τοῦ Σολιώτη ἓν τμῆμα ἀπὸ ἰδικούς του ἄνδρας συνεπικουρούμενον καὶ ἀπὸ τὸν Ἀναγνώστην Κορδῆν φονεύει μεταξὺ Ἀρφαρῶν καὶ Σβυροῦς ὀκτὼ Τούρκους φοροεισπράκτορες (χαρατσῆδες), τὴν δὲ ἑπομένην ὁ ἴδιος ὁ Σολιώτης, ἐνισχυθεὶς καὶ μὲ ἄλλους ἐνόπλους ἀπὸ τὰ πέριξ χωρία, ἐπιτίθεται καὶ ἐξουδετερώνει, κατόπιν μάχης, ὁλόκληρον στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα ἀπὸ 60 περίπου Τουρκαλβανοὺς προερχομένους ἐξ Ἀμφίσσης καὶ μεταβαίνοντας εἰς Τριπολιτσάν. Κατὰ τὴν μάχην αὐτὴν ἐφονεύθησαν περὶ τοὺς 20 Τουρκαλβανοὺς καὶ οἱ λοιποὶ συνελήφθησαν, ἐνῷ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἐτραυματίσθησαν ἐλαφρῶς μόνον τρεῖς.
Αἱ τολμηραὶ αὐταὶ ἐνέργειαι τοῦ Σολιώτη διαδοθεῖσαι ἐπροκάλεσαν ποικίλας ἀντιδράσεις τόσον μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ὅσον καὶ τῶν Τούρκων. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀπήχησις, ὥστε ἐθελοντικῶς προσέρχονται καὶ κατατάσσονται ὑπὸ τὸν Σολιώτην ἐνθουσιώδεις Ἕλληνες εἰς τρόπον ὥστε εὐρέθη οὗτος νὰ ἔχῃ εἰς τὸ σῶμα του 300 ἄνδρας.
Ἐξ ἄλλου τὰ ἀνωτέρω γεγονότα καὶ μερικὰ αλλα παρόμοια, ἂν καὶ μικροτέρας ἐκτάσεως, τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἀλλεπάλληλα εἰς διάφορα σημεῖα τῆς ἐπαρχίας, διαδοθέντα κατέδειξαν τόσον εἰς τοὺς Ἕλληνας ὅσον καὶ εἰς τοὺς Τούρκους τῆς ἐπαρχίας ὅτι ἡ ἐξέργερσις ἦτο πλέον ἀναπότρεπτος πραγματικότης, τὴν ὁποίαν καὶ ὤφειλον νὰ ἀντιμετωπίσουν. Ὁ Βοεβόδας τῶν Καλαβρύτων Ἰμπραὴμ Ἀγὰ Ἀρναούογλου ἀποφασίζει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἕδραν του καὶ μὲ ὁλόκληρον τὸ χαρέμι του καταφύγῃ εἰς Τριπολιτσάν. Πράγματι δὲ ἀναχωρεῖ, ἀλλ᾿ ἀναγκάζεται τὴν ἑπομένην νὰ ἐπανέλθῃ διὰ νυκτὸς βεβιασμένως μέσῳ Σουδενῶν εἰς Καλάβρυτα, μόλις ἐπληροφορήθη ὅτι δύο ὑπηρέται του προπορευθέντες εἰς τὸ χωρίον Δάρα, διὰ νὰ ἑτοιμάσουν καταλύματα, ἐφονεύθησαν ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ Χαραλάμπη ἐνεδρεύοντας ἐκεῖ. Τρομοκρατημένος ὁ Ἀρναούτογλου ἔσπευσε νὰ ὀχυρωθῇ ὁμοῦ μὲ ὅλας τὰς τουρκικὰς οἰκογενείας καὶ τὴν μικρὰν στρατιωτικήν του δύναμιν εἰς τοὺς 3 πύργους τῆς πόλεως τῶν Καλαβρύτων. Κατόπιν τούτου οἱ Ἕλληνες ὁπλρχηγοὶ καὶ πρόκριτοι συγκεντρωθέντες εἰς τὴν Μονὴν τῆς Ἁγίας Λαύρας τὴν νύκτα τῆς 20ῆς πρὸς 21ης Μαρτίου, ἀποφασίζουν τὴν ἀπὸ κοινοῦ κατὰ τῶν Καλαβρύτων δρᾶσιν, ἀφοῦ πρῶτον ἀπεμάκρυνον ἀπὸ τὴν πόλιν ὅλας τὰς ἑλληνικὰς οἰκογενείας καὶ τὰς μετέφερον δι᾿ ἀσφάλειαν εἰς τὴν Μονὴν Μεγάλου Σπηλαίου.
Οἱ συγκεντρωθέντες εἰς τὴν Ἁγίαν Λαύραν, συμποσούμενοι περίπου εἰς ἑξακοσίους, συνομολογοῦν ἐκεῖ τὸν ἱερὸν ὅρκον καὶ μὲ τὴν συμπαράστασιν τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς – τῆς ὁποίας ὁ Ἡγούμενος Καλλίνικος ἐτύγχανεν ὁμοχώριος τοῦ Σολιώτη – ἐξορμοῦν τὴν ἑπομένην κατὰ τῶν Καλαβρύτων. Εἰς τὴν ἐπακολουθήσασαν ἐπίθεσιν καὶ πολιορκίαν ἀναφέρονται ὡς κυριώτεροι τῶν ἡγηθέντων οἱ Ἀσημάκης Φωτήλας, Σωτήριος Χαραλάμπης, Ἀναγνώστης Στριφτόμπολας, Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, Ἰωάννης Παπαδόπουλος, Νικόλαος καὶ Βασίλειος Πετμεζᾶς καὶ ὁ Νικόλαος Σολιώτης, ὅστις φέρεται νὰ χρησιμοποιῇ καὶ ἰδικήν του σημαίαν καθὼς καὶ μικρὸν πυροβόλον, φυλαττόμενον μέχρι τότε εἰς τὴν Μονὴν καὶ τὸ ὁποῖον ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὸν ὁ Ἡγούμενος. Εἱς μίαν τῶν ἐπιθέσεών του κατὰ τῶν πύργων τῶν Καλαβρύτων ὁ Σολιώτης δέχεται καὶ τὸ πρῶτον του τραῦμα εἰς τὴν ἀριστερὰν κνήμην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν τὸν ἠμπόδισεν, ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωσιν τῶν Καλαβρύτων, νὰ μεταβῇ μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας μὲ τοὺς ἄλλους ἐπαναστάτας εἰς τὴν Κόρινθον, διὰ νὰ ὑποκινήσουν καὶ ἐκεῖ τὴν ἐπανάστασιν.
Ἀπὸ τὴν Κόρινθον, ὁ Σολιώτης μὲ ἄλλους Καλαβρυτινοὺς μετεκινήθη εἰς τὴν κώμην Λεβίδι, ὅπου τὴν 14ην Ἀπριλίου συνήφθη ἡ περιώνυμος μάχη, κατὰ τὴν ὁποίαν, χάρις εἰς τὸν ἡρωισμὸν τοῦ Σολιώτη, τοῦ Ἀ. Στριφτόμπολα (ὁ ὁποῖος ἐφονεύθη) καὶ τοῦ Ἰ. Πετμεζᾶ (ὁ ὁποῖος ἐτραυματίσθη), οἱ Ἕλληνες μαχόμενοι πεισματωδῶς κατώρθωσαν διὰ πρώτην φορὰν νὰ κατανικήσουν καὶ τελικῶς νὰ τρέψουν εἰς φυγὴν ὑπερτετραπλασίους Ὀθωμανούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκστρατεύσει ἐναντίον των ἐκ Τριπολιτσᾶς.
Ἀπὸ τὸ Λεβίδι ὁ Σολιώτης, ἐπικεφαλῆς ἰσχυροῦ σώματος, μετέβη εἰς Στερεὰν Ἑλλάδα, ὅπου ἐπολέμησεν ἕως τὰ μέσα τοῦ 1821 εἰς τὴν Ἀττικήν, τὴν Βοιωτίαν, τὴν Κόκλαν, τὰ Βίλια, τὸ Κριεκούκι καὶ ἀλλαχοῦ. Τότε, ἐπειδὴ ἐθρυλλεῖτο ὡς ἐπικειμένη ἡ εἰσβολὴ πολυαρίθμου ὀθωμανικοῦ στρατοῦ, ὑπὸ τοὺς Μεχμὲτ Πασᾶν καὶ Ὀμὲρ Βρυώνην, ἐκ τῆς Στερεᾶς εἰς τὴν Πελοπόννησον, ὁ Σολιώτης μετέφερε τὸ σῶμα του εἰς τὰ Δερβένια τῆς Μεγαρίδος, ὅπου συνεκεντρώθησαν και ἄλλα ἑλληνικὰ τμήματα, διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν πρὸς τὸν Ἰσθμὸν διάβασιν. Μετ᾿ ὀλίγον χρόνον ὅμως ὅλοι οἱ ὁπλαρχηγοί, οἱ στρατοπεδευμένοι ἐκεῖ, ἀνεχώρησαν διὰ Τριπολιτσάν, τῆς ὁποίας ἡ παράδοσις ἀνεμένετο συντόμως, ἵνα παρευρευθοῦν εἰς τὴν κατάληψίν της, καὶ ἀπέμεινεν μόνος ἐκεῖ μὲ τοὺς 400 στρατιώτας του ὁ Σολιώτης. Μόνον δὲ ὅταν ὁ κίνδυνος τῆς εἰσβολῆς παρῆλθεν, ἀνεχώρησε καὶ αὐτὸς τὴν 8ην Ὀκτωβρίου 1821 καὶ κατηυθύνθη εἰς Κόρινθον, ὅπου ἐκλήθη ν᾿ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τῆς πολιορκίας τῆς Ἀκροκορίνθου. Μεταβὰς ἐκεῖ καὶ ἔχων ἐπὶ πλέον τῶν ἰδικῶν του στρατιωτῶν καὶ ἄλλους 200 Καλαβρυτινοὺς καὶ 800 Κορινθίους, Ὑδραίους καὶ Ποριώτας, ὠχυρώθη εἰς τὸν λόφον Πεντοσκούφι, ἔναντι τῆς Ἀκροκορίνθου. Ἐκεῖ μαχόμενος ἐτραυματίσθη ἐπικινδύνως, ὅτε δὲ οἱ Τοῦρκοι παρεδόθησαν εἰς τοὺς Ἕλληνας διὰ κανονικῆς συνθήκης τὴν 14ην Ἰανουαρίου 1822, παρέμεινεν εἰς τὴν Κόρινθον ὀνομασθεὶς Ἀρχηγὸς τῆς Πολιτοφυλακῆς, ἀπὸ τὴν νεοσύστατον Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἥδρευεν ἐκεῖ. Τὸ ἀξίωμα αὐτὸ διετήρησεν ἐπὶ ἑξάμηνον, μεθ᾿ ὅ, συντελεσθείσης τῆς εἰσβολῆς τοῦ Δράμαλη, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰουλίου 1822, ἀνεχώρησεν, ἵνα συμμετάσχῃ εἰς τὰς διαφόρους ἐναντίον του μάχας.
Ἀπὸ τὰς 3 Μαρτίου 1822 τοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὸν Μινίστρον τοῦ Πολέμου ὁ βαθμὸς τοῦ χιλιάρχου καὶ διεκρίθη μὲ τὸ σῶμα του εἰς τὰς μάχας εἰς τὰ Δερβενάκια, τὸν Ἅγιον Σώστην καὶ Ἁγιονόρι. Ὅτε κατόπιν, ἀποθανόντος τοῦ Δράμαλη, ὁ ὑπαρχηγὸς τοῦ Ντελῆ Ἀχμέτ, μὲ 5.000 ἐφίππους καὶ 400 πεζοὺς ἐκ τῶν ὑπολειμμάτων τῆς εἰσβαλούσης τουρκικῆς στρατιᾶς, ἐκινήθη ἵνα διασωθῇ ἀπὸ τῆς Κορίνθου πρὸς τὰς Πάτρας, ὁ Σολιώτης διετάχθη ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, ἡ ὁποία ἦτο ἐγκατεστημένη εἰς Τριπολιτσάν, νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀκράταν, ὅπου εἶχον συγκεντρωθῆ καὶ ἄλλοι σημαίνοντες ὁπλαρχηγοί, διὰ ν᾿ ἀποκόψουν τὸν Ντελῆ Ἀχμέτ.
Ἀφιχθεὶς ὁ Σολιώτης εἰς Ἀκράταν εὗρε τοὺς στρατοπεδευμένους ἐκεῖ ὁπλαρχηγοὺς ἐρίζοντας, λόγῳ παλαιῶν ἀντιζηλιῶν, καὶ ἑτοίμους νὰ κτυπηθῶσιν μεταξύ των. Ἡ μεσολάβησις τοῦ Σολιώτη καὶ ἡ πληροφορία ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐπλησίαζον, ἀνέστειλαν τὴν ἐμφύλιον ρῆξιν καὶ καταλαβόντες ὅλοι τὰ ἐπίκαιρα σημεῖα ἐπετέθεισαν τὴν 5ην Ἰανουαρίου 1823 κατὰ τῆς τουρκικῆς δυνάμεως, ἅμα τῇ ἐμφανίσει της. Οἱ Τοῦρκοι καθηλώθησαν καί, παρὰ τὰς ἀπεγνωσμένας των προσπαθείας, δὲν κατώρθωσαν ν᾿ ἀνοίξουν δίοδον, ἀναγκασθέντες νὰ ὀχυρωθοῦν ἐπὶ τόπου πολιορκούμενοι ὁλονὲν στενότερον ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας μέχρι τῆς 12ης Φεβρουαρίου 1823. Τότε κατέπλευσεν ἐκ Πατρῶν μία μοῖρα τουρκικῶν πλοίων ὑπὸ τὸν Γιουσοὺφ Πασᾶν, διὰ νὰ τοὺς ἀπελευθερώσῃ. Ἐπηκολούθησεν ἀγρία μάχη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Σολιώτης διεκρίθη ἰδιαιτέρως, τρυαματισθεὶς εἰς τὸν δεξιὸν μηρόν. Ἡ μάχη ἔληξε μὲ θριαμευτικὴν νίκην τῶν Ἑλλήνων, διαφυγόντων μόνον 1.700 Τούρκων, ἐν οἷς καὶ ὁ Ντελῆ Ἀχμέτ, τῶν λοιπῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐξοντωθέντων καὶ τῶν ἀπομεινάντων παραδοθέντων τελικῶς μετὰ δύο ἑβδομάδας εἰς τοὺς Ἕλληνας. Διὰ τὴν διακεκριμένην του αὐτὴν δρᾶσιν ὁ Σολιώτης προήχθη τὴν 5ην Αὐγούστου 1823 ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Διοικήσεως εἰς Ἀντιστράτηγον καὶ τὸ φθινόπωρον τοῦ ἰδίου ἔτους διετάχθη καὶ μετέβη εἰς βοήθειαν τοῦ Γκούρα εἰς τὰς Ἀθήνας, ἡγούμενος σώματος 400 ἀνδρῶν, μὲ τὸ ὁποῖον συνέδραμεν εἰς τὴν κατὰ τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη ἀντίστασιν.
Τὸν Ὀκτώβριον 1824 προάγεται εἰς Στρατηγὸν καὶ μὲ τὸν βαθμὸν αὐτὸν συμμετέσχεν ὑπὸ τὴν ἀρχιστρατηγίαν τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη εἰς τὴν μεγάλην μάχην τῶν Τρικόρφων, τὸν Ἰούλιον 1825. Κατ᾿ αὐτὴν ὅμως οἱ Ἕλληνες ἡττηθέντες ἠναγκάσθησαν νὰ λύσουν τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς, ἡ ὁποία καὶ παρέμεινεν ἔκτοτε εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων ὑπὸ τὸν Ἰμπραὴμ Πασᾶν μέχρι τοῦ 1828.
Κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαΐου τοῦ ἑπομένου ἔτους 1826, ὄταν ὁ ἴδιος ὁ Ἰμπραὴμ Πασᾶς ἐκκινήσας ἐκ Πατρῶν μὲ ἰσχυρὰν δύναμιν ἐκ 3.000 τακτικῶν καὶ 4.000 ἀτάκτων προήλασεν εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Πελοποννήσου ἐξανδραποδίζων καὶ καταστρέφων τὰ πάντα εἰς τὴν διέλευσίν του, ὁ Σολιώτης, εὑρισκόμενος τότε εἰς τὰ Κλουκινοχώρια, ἑτοιμάζεται ν᾿ ἀντιμετωπίσῃ τὰ ἐπελαύνοντα Τουρκοαιγυπτιακὰ στίφη. Συγκεντρώσας ὅσους μαχητὰς ἠδυνήθη (ἐν οἷς καὶ τὸν κωφὸν ἀδελφόν του Δημήτριον, ὅστις ἦτο ἄριστος σκοπευτής), ὠχυρώθη ὁμοῦ μὲ τὸν Γκολφῖνον Πετμεζᾶν εἰς τὴν γνωστὴν τοποθεσίαν Καστράκι, ἄνωθεν τοῦ Σόλου, εἰς τὰς ὑπωρείας τοῦ Χελμοῦ, διὰ νὰ καλύπτῃ ἐκεῖθεν καὶ περὶ τὰ 2.000 γυναικόπαιδα ἐκ τῶν χωρίων τῆς περιοχῆς, τὰ ὁποῖα προσεπάθησαν νὰ εὕρουν καταφύγιον εἰς τὰς χιονοσκεπεῖς κλιτῦς τοῦ Χελμοῦ. Τὴν 5ην Μαΐου 1826 ὁ Ἰμπραὴμ ἐπετέθη κατὰ τῶν εἰς Καστράκι Ἑλλήνων ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου. Ἐπηκολούθησεν πεισματώδης μάχη διαρκέσασα μέχρι τῆς ἑσπέρας κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες τελικῶς ἐκάμφησαν μὲν μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἐπιθέσεις τῶν Τουρκοαιγυπτίων, τὰς ὁποίας διηύθυνεν αὐτοπροσώπως ὁ Ἰμπραήμ, ἀλλὰ ἐπέτυχον νὰ ἐπιβραδύνουν καὶ νὰ φθείρουν τόσον τοὺς ἐπιτιθεμένους, ὥστε νὰ δώσουν χρόνον εἰς τὰ πλεῖστα γυναικόπαιδα νὰ διαφύγουν. Μ᾿ ὅλα ταῦτα, πολλὰ γυναικόπαιδα καὶ ἀρκετοὶ τῶν ἀμυνομένων εἰς Καστράκι ἀνδρῶν, ἐν τῇ σπουδῇ των νὰ διαφύγουν τὴν σύλληψιν, κατεκρημνίσθησαν ἀπὸ τὰς χιονοσκεπεῖς ὀλισθηρὰς κλιτῦς καὶ ἐφονεύθησαν. Ὅταν τελικῶς οἱ Τουρκοαιγύπτιοι εἰσέβαλον εἰς τὸ Καστράκι ἠχμαλωτίσθησαν παρ᾿ αὐτῶν περὶ τοὺς 200, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ἡ σύζυγος τοῦ Σολιώτη μὲ τὸν νεαρὸν υἱόν του Νικήτα καὶ η ἀδελφή του, ἀλλὰ τὴν ὑστάτην στιγμὴν ἀντεπιτεθεὶς ὁ Σολιώτης κατώρθωσε τὴν μὲν σύζυγον μετὰ τοῦ τέκνου του ν᾿ ἀπελευθερώσῃ, ἐνῷ τὴν ἀδελφήν του μόνον μετὰ δύο ἔτη κατώρθωσε νὰ ἐξαγοράσῃ ἔναντι μεγάλων λύτρων ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον. Κατὰ τὴν ἀγρίαν αὐτὴν ἐπιδρομὴν οἱ ἀποχωρήσαντες τὴν αὐτὴν ἑσπέραν Τουρκοαιγύπτιοι ἐπυρπόλησαν τὰς δύο οἰκίας τοῦ Σολιώτη εἰς τὸ Σόλον καὶ ἀνήρπασαν καὶ ὁλόκληρον τὴν κινητήν περιουσίαν του.
Διὰ τὴν δρᾶσιν του καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Ἐπαναστάσεως ὁ Σολιώτης ἐπῃνέθη ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοὺς ἱστορικούς, ἀναγνωρίσαντας ὅτι οὗτος ἔδωσε πάντοτε τὸ «παρὼν» εἰς τὰς κατὰ τοῦ ἐχθροῦ μάχας ἀπ᾿ ἀρχῆς μέχρι τοῦ τέλους τοῦ ἀγῶνος.
Μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ ἀνεξαρτήτου Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τὴν κάθοδον τοῦ Ὄθωνος ὁ Σολιώτης ὡρίσθη ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τῆς Βασιλικῆς Φάλαγγος καὶ ἔλαβε τὸν βαθμὸν τοῦ Συνταγματάρχου. Ἀπέθανε τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1841 ἀφήνοντας τὴν χήραν του μὲ ἓξ ὀρφανὰ τέκνα, πέντε ἄρρενα καὶ μίαν κόρην.
Εἰς τὸν παλαιὸν ναὸν Ἅγιος Γεώργιος τοῦ γειτονικοῦ μὲ τὸν Σόλον χωρίου Ἁγία Βαρβάρα σώζεται ἀκόμη, φέρον χαραγμένον τὸ ὀνοματεπώνυμον τοῦ Σολιώτη, τὸ στασίδι του. Τὸ ὄνομά του φέρουν ἐπίσης μία ὁδὸς τῶν Ἀθηνῶν (παρὰ τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος), μία ἑτέρα εἰς τὸ Αἴγιον καὶ μία λεωφόρος τῶν Καλαβρύτων.
Ἡ σφραγὶς τοῦ Δήμου Ἀκράτας, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Κράτους μέχρι πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν, ἔφερεν ὡς ἔμβημα τὴν εἰκόνα τοῦ ἥρωος, μία μεγάλη δὲ προσωπογραφία του ὑπάρχη ἀνηρτημένη εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις Μουσεῖον τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας.
Τέλος εἰς τὴν πρόσοψιν τῆς ἐν Σόλῳ διασωζομένης οἰκίας, εἰς ἣν οὗτος εἶχε διανύσει τὸν βίον του καὶ ἀπέθανεν, ἔχει ἐντειχισθῆ ὑπὸ τῆς Παγκαλαβρυτινῆς Ἑνώσεως ἀναμνηστικὴ μαρμαρίνη πλάξ1.
1Κατὰ τὰ ἐν ἔτει 1967 ἀποκαλυπτήρια αὐτῆς ἐγένετο κατανυκτικὴ τελετή, εἰς τὴν ὁποίαν,συρρεύσαντες, παρέστησαν πάμπολλοι κάτοικοι ὁλοκλήρου τῆς περιφερείας τῶν Κλουκινοχωρίων. Κατ᾿ αὐτὴν ἐτελέσθη λειτουργία εἰς μνήμην ἁπάντων τῶν πεσόντων κατὰ τὸν Ἀγῶνα, μεθ᾿ ἣν ἐξύμνησαν τὴν δρᾶσιν τοῦ πρωταγωνιστοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Παγκαλαβρυτινῆς Ἑνώσεως στρατηγὸς Δ. Παναγόπουλος καὶ ἄλλοι ὁμιλιταί, μετὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἐκ Καλαβρύτων ποιητὴς Νῖκος Στασινόπουλος ἀπήγγειλεν ἐμπευσμένον ποίημά του ἀπευθυνόμενον «Εἰς τὸν πύργον τοῦ Καπετὰν Σολιώτη».
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επετηρίς των Καλαβρύτων» (1970)